Μια εξέγερση…

«Το κράτος που κλονίστηκε για μια βδομάδα περίπου ήταν ο στόχος και αυτό το οποίο διακυβεύτηκε από την επαναστατική δράση» (Ανρί Λεφέβρ, «Για το Γαλλικό Μάη του 1968»)
Δεν υπάρχει νομίζω καλύτερη φράση που να υποδηλώνει αυτό που ξεκίνησε από την 6η Δεκέμβρη.

Το βράδυ της 6ης Δεκέμβρη 2008 ένα 15χρονο παιδί, ο μαθητής Αλέξης Γρηγορόπουλος, πέφτει νεκρός από τα πυρά αστυνομικού στο κέντρο της Αθήνας. Δεν ήταν η κακιά στιγμή. Δεν ήταν «θέλημα Θεού». Δεν ήταν ένα «μεμονωμένο περιστατικό», ούτε ένας «αστυνομικός τσαμπουκάς». Ήταν το Κράτος.
Όπως ήταν με τον Ισιδωρόπουλο, τον Καλτεζά, τον Κουμή, την Κανελλοπούλου κ.ά. Όπως ήταν με τους δεκάδες μετανάστες εντός αλλά και στα σύνορα της επικράτειας. Είναι η πιο έκδηλη μορφή που μπορεί να πάρει το Κράτος.
Αλλά έκδηλη ήταν και η οργή που ξέσπασε μετά τη δολοφονία του. Έκδηλη σε κάθε δρόμο, σε κάθε πόλη. Και αυτή συνεχίστηκε… Διότι αυτή η οργή βρήκε δρόμο… στο δρόμο.
Βρήκε συναδέλφους, βρήκε συμφοιτητές, βρήκε συμμαθητές, βρήκε ομοιοπαθούντες στην εκμετάλλευση και την αδικία.
Και έχασε;
Ναι.
Έχασε καθοδηγητές και χειραγωγούς. Έχασε κομματικές γραμμές και το ανενδοίαστο ψέμα των εκλογικών ρουσφετιών.
Το Κράτος αργά ή γρήγορα ήρθε να παίξει το ρόλο του.
Όχι το μύθο της υπεράσπισης των αδικημένων πολιτών, αλλά της υπεράσπισης και προστασίας των αφεντικών.
Σε περιόδους κρίσης, όπως αυτήν ακριβώς που βρίσκεται σήμερα η παγκόσμια οικονομία και οι επιλογές των κυρίαρχων αμφισβητούνται, οι κατασταλτικοί μηχανισμοί του έχουν να παίξουν έναν πολύ σημαντικό ρόλο: αυτόν της ενδυνάμωσής τους ενόψει των κινδύνων που ενέχουν για το καθεστώς οι αυξανόμενες κοινωνικές αντιθέσεις.
Σε τέτοιες περιόδους δεν επιτρέπεται καμία «παρεκτροπή». Είτε αυτή είναι η αντίσταση σε έναν αστυνομικό που ζητά παράλογο, είτε είναι μια διαδήλωση ή μια μεγάλη απεργία.
Αντίθετα, είναι επιτακτική ανάγκη η διατήρηση της «κοινωνικής γαλήνης» και «νομιμότητας», ακόμη και αν ο δρόμος της επιστροφής σε αυτήν ποτιστεί με αίμα.
Η «κοινωνική γαλήνη» είναι το αιτούμενο, ακόμη και αν πάνω από το 20% του πληθυσμού ζει κάτω από τα όρια της φτώχειας. Ακόμη και αν οι τράπεζες θησαυρίζουν σε βάρος των πολιτών και ξεσπιτώνουν οικογένειες. Ακόμη και αν το Δημόσιο ανταλλάσσει λίμνες με οικόπεδα-φιλέτα. Ακόμη και αν βασανίζονται και δολοφονούνται μετανάστες. Ακόμη και αν η εκμετάλλευση, η αδικία και η καταπίεση κυριαρχεί σε όλο της το μεγαλείο.
Η «κοινωνική γαλήνη» είναι το αιτούμενο. Και όπως έλεγε κάποιος, το ιδανικό των νεκροταφείων έγινε ιδανικό των σύγχρονων κοινωνιών μας. Του κόσμου μας.

Και όμως, οι εξουσιοδοτημένοι από τη λαϊκή βούληση (που γίνανε οι ίδιοι η «λαϊκή βούληση»), για μια εβδομάδα έπαψε να είναι εξουσιοδοτημένοι.
Η λαϊκή βούληση εξέφρασε η ίδια την οργή της, όχι μέσα από τηλεοπτικούς μεσάζοντες και εκπροσώπους, όχι μέσα από γραφειοκρατικές και θεσμικές διαδικασίες, αλλά μέσα από… τα οδοφράγματα.
Εξέφρασε την οργή της εναντίον της πολιτικής της κυβέρνησης, εναντίον εφοριών, νομαρχιών, πολυεθνικών… Εξέφρασε την οργή της εναντίον των εντεταλμένων του Κράτους και τελικά του ίδιου του Κράτους.
Αυτή η οργή υποδήλωσε με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο τη σημασία της σε μια εποχή επικράτησης της απάθειας, του μαζικού καταναλωτισμού και της ιδιώτευσης. Και ο αντίκτυπος αυτός έγινε αισθητός σε πολλά μέρη του κόσμου και εξακολουθεί να υπάρχει όσο οι βιομηχανικά ανεπτυγμένες κοινωνίες θα συγκλονίζονται από ξαφνικές βίαιες αναλαμπές μιας υποβόσκουσας δυσαρέσκειας. Και δεν θα μπορούσε κανείς παρά να αναρωτηθεί ότι μια τέτοια εξέγερση αποτελεί τη μόνη μορφή που η ριζική κοινωνική κριτική μπορεί να πάρει σήμερα στη Δύση.

Όσο και αν επιχειρήθηκε να αποδελτιώσουν αυτή την οργή, να αποδελτιώσουν τους εξεγερμένους, δεν τα κατάφεραν.
Διότι η οργή αυτή δεν χωρούσε στα δελτία τους. Κάποιες φορές μάλιστα καταλάμβανε ακόμη και τα ίδια τα δελτία τους.
Όσο και αν επιχειρήθηκε να καμφθεί η αγωνιστικότητα των εξεγερμένων, όσο και αν υπερθεματίστηκαν «ακραίες» συμπεριφορές, όσο και αν υπεβλήθησαν όροι «συναίνεσης» και «κοινωνικού φρονηματισμού», όσο και αν στοχοποιήθηκαν οι μετανάστες, όσο και αν επιχειρήθηκε να πνιγεί μέσα σε αντιπολιτευτικά αιτήματα, η εξέγερση συνέχισε να εκδηλώνεται απόλυτη, αμετακίνητη, αδιαφιλονίκητη.
Διότι η εξέγερση αυτή δεν καθοδηγήθηκε, δεν χειραγωγήθηκε, δεν μπήκε σε ταμπέλες. Απλά ξέσπασε…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s