Η σφαγή των διεθνιστών κομμουνιστών στην Ελλάδα, Δεκέμβρης 1944

Έτσι για να μην ξεχνάμε κάποια πράγματα τώρα που τα τελευταία χρόνια πολλοί θυμήθηκαν τον ΕΛΑΣ, την ΟΠΛΑ, τον ΔΣΕ

Ένας απολογισμός των σφαγών των διεθνιστών, Τροτσκιστών και αναρχικών από εθνικόφρονες κομμουνιστές στο Ελληνικό κίνημα αντίστασης κατά τη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου.

 

Στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, τη σφαγή των διεθνιστών την είχαν αναθέσει οι δήμιοι που κυβερνούσαν τότε τους λαούς σε ειδικά εκπαιδευμένες γι’ αυτό αστυνομικές μονάδες και σε επαγγελματίες φονιάδες. Στο δεύτερο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο αυτή τη δουλειά την αναλάβανε οι σταλινικοί.

Στις μέρες της «απελευθέρωσης» και της «εθνικής» κυβέρνησης» αυτοί ήταν οι ουσιαστικοί κύριοι σ’ όλη τη χώρα. Στους λόγους τους και στα ανακοινωθέντα τους δεν αφήνουν ευκαιρία που να μην βεβαιώνουν ότι δεν έχουν την πρόθεση να καταλάβουν βίαια την πολιτική εξουσία και ότι είναι υπέρ του νόμου και της τάξης. Γράφουν στις εφημερίδες τους: «Η εξασφάλιση της τάξης και της ομαλής πολιτικής ζωής, σε τέτοιες στιγμές, είναι εθνικό χρέος. Αποφύγετε την αυτοδικία. Όποιος συλλαμβάνεται θα παραδίνεται στην Αστυνομία επί αποδείξει. Η εντολή αυτή ισχύει με προειδοποίηση προσωπικής ευθύνης των γραμματέων των αχτιδικών».

Αλλά αυτοί οι ίδιοι που γράφουν αυτά εξαπολύουν ένα κτηνώδες και λυσσαλέο πογκρόμ εναντίον των διεθνιστών κομμουνιστών όπως και κάθε στοιχείου με κριτική σκέψη. Εκατοντάδες εργάτες και διανοούμενοι αφοσιωμένοι μ’ όλη τους την ψυχή στην υπόθεση του Σοσιαλισμού, πέφτουν κάτω από το μαχαίρι, το ρόπαλο ή το πιστόλι καθαρμάτων που η σταλινική κλίκα είχε στρατολογήσει γι’ αυτό της το έργο από τον υπόκοσμο. Θα αναφέρουμε μόνον μερικά ονόματα.

Τον δημοσιογράφο Σπανέα τον σκοτώσανε πριν από την «απελευθέρωση». Συζητούσε με μερικούς νέους εργάτες από τα Ηλύσια και τους έκανε γνωστές τις απόψεις του Λένιν για τον πόλεμο και τα καθήκοντα της εργατικής τάξης. Στη δεύτερη συνάντηση ήταν και ένας ακόμα. Κι αυτός, όταν μετά την συζήτηση ο Σπανέας έφυγε, τον πυροβόλησε από πίσω και τον σκότωσε.

Τον Δημοσθένη Βουρσούκη, αγωνιστή από τους πιο αφοσιωμένους, τους πιο δραστήριους, τους πιο μορφωμένους και τους πιο ικανούς, δραπέτη από την Ακροναυπλία, τον πιάσανε και τον σκοτώσανε στις μέρες της «απελευθέρωσης» και της «εθνικής» κυβέρνησης. Καταγγείλαμε τη σύλληψή του με χιλιάδες προκηρύξεις και μία επιτροπή πήγε και διαμαρτυρήθηκε στον Τσιριμώκο. Αυτός τρέμοντας μάς λέει ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτε.

Τον Θανάση Οικονόμου, φοιτητή που από την Ε.Π.Ο.Ν. του Γκύζη είχε περάσει με αρκετούς άλλους στις γραμμές μας, τον σκοτώσανε, αφού πρώτα του βγάλανε τα μάτια.

Τον Θύμιο Αδραμυτίδη, υπάλληλο του Ευαγγελισμού, από τους πιο αγνούς και τους σεμνούς αγωνιστές, τον σκοτώσανε μέσα στην αυλή του Νοσοκομείου το πρωί της 3 του Δεκέμβρη, όταν καλούσαν το συλλαλητήριο για την «ελευθερία» και τα «δικαιώματα» του λαού.

Τον Παναγιώτη Τσιγγέλη, εργάτη, δραπέτη από τα νησιά, τον σφάξανε αμέσως όταν τον πιάσανε στη Βάθη με μαχαίρι όπως σφάζουν τα αρνιά.

Σκοτώσανε τον Νίκο Αραβαντινό, παλιό κομμουνιστή διεθνιστή πασίγνωστο σ’ όλη την Κεφαλονιά για τους αγώνες του στο αγροτικό και εργατικό κίνημα με πολλά χρόνια φυλακή και εξορία. Τον πατέρα του, γνωστό προοδευτικό δάσκαλο, τον είχαν σκοτώσει οι γερμανοί.

Σκοτώσανε τον Γ. Δόξα, εργάτη ελαιοχρωματιστή, Ν. Μούσκα, γκαρσόνι, τους αδελφούς Θεμελή, καπνεργάτες, τον Κ. Χαριτωνίδη, επαγγελματία, τον Π. Παναγιωτίδη, ράφτη, αδελφό του Ν. Παναγιωτίδη που είχε πεθάνει στην Ακροναυπλία.

Σκοτώσανε τους αρχειομαρξιστές εργάτες Ζούρη και Τζήκα.

Σκοτώσανε τον Στ. Βερούχη, τυφλό από πολεμικά αέρια, γραμματέα της Ομοσπονδίας αναπήρων και θυμάτων πολέμου και εκλέκτορα της Π.Ε.Ε.Α. Αυτόν τον σκότωσαν γιατί όταν στο Πλατανιστό της Ευβοίας ανακαλύψανε μία αποθήκη με λάδια, αυτός επέμενε να διανεμηθεί το λάδι στους αγρότες που πέθαιναν από αποβιταμίνωση και όχι στην Επιμελητεία του Αντάρτη που ζητούσε ο υπεύθυνος του ΚΚΕ. Σε λίγες μέρες τον πήραν για μια δήθεν σύσκεψη της Π.Ε.Ε.Α. και στον δρόμο τον αποκεφαλίσανε.

Σκοτώσανε τον Π. Τζινιέρη (Π. Σκυτάλη), δάσκαλο, τελειόφοιτο του ΚΟΥΤΒ, γραμματέα της Περιφερειακής Οργάνωσης Αθηνών και κατόπι της Περιφερειακής Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, συγγραφέα σειράς έργων για το εργατικό κίνημα. Όταν τον Σεπτέμβρη του ’30 τον χτύπησαν οι αρχειομαρξιστές στην Καβάλα, επειδή δεν μπορούσε να νοσηλευτεί εκεί ήρθε στη Θεσσαλονίκη και έμεινε αρκετό διάστημα μαζί μου. Ήμουνα προκατειλημμένος γι’ αυτόν όπως ήμουνα και για όλους τους κούτβηδες. Αλλά σ’ αυτόν τον κούτβη γνώρισα έναν υπέροχο άνθρωπο, πολύ μορφωμένο και με όλη του την ψυχή αφοσιωμένο στο σοσιαλισμό. Και γινήκαμε φίλοι. Στην εσωκομματική πάλη του ’30 – ’31 μού έστειλε ένα γράμμα και σχεδόν με ικέτευε να μην σπρώξω τα πράγματα έτσι που να βρεθώ έξω από το κόμμα. Ύστερα από χρόνια φαίνεται ότι κι αυτός διεφώνησε και βρέθηκε έξω από το κόμμα. Αλλά δεν συμμετείχε σε καμιά αντικομματική κίνηση και ήταν αποφασιστικά εναντίον του τροτσκισμού. Στην κατοχή πήγε στο χωριό του στα Κουνινά του Αιγίου. Σ’ όλη την περιοχή και όχι μόνον στο χωριό του ήταν γνωστός, όλοι τον σέβονταν, όλοι τον εκτιμούσαν σαν έναν τίμιο, αγνό και μορφωμένο κομμουνιστή. Κάποια μέρα πέρασε από τα Κουνινά ο Βελουχιώτης και τον ζήτησε. Ο Τζινιέρης ήταν αυτός που είχε πάρει τον Θ. Κλάρα, τον κατοπινό Βελουχιώτη, στην Περιφερειακή Επιτροπή της Αθήνας, ενώ όλοι οι πριν απ’ αυτόν γραμματείς ποτέ δεν του δώσανε καμία σημασία. Συζητήσανε αρκετές ώρες. Ποιός ξέρει τί είπανε και ποιός ξέρει τί παρατηρήσεις θα έκανε στον αρχικαπετάνιο ενός εθνικιστικού κινήματος ένας γνήσιος επαναστάτης. Σε λίγες μέρες τον πιάσανε και συνοδεία τον πήγαν στην «Ελεύθερη Ελλάδα». Εκεί τον βάλανε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Αυτός κήρυξε απεργία πείνας και οι δήμιοί του τον άφησαν και πέθανε.

Σκοτώσανε τον Ασημίδη (Γ. Κωνσταντινίδη, Γλαυκό) τελειόφοιτο του Λένιν – κουρς, διορισμένον από την Κομμουνιστική Διεθνή τον Νοέμβρη του ’31 στην Κεντρική Επιτροπή του Ζαχαριάδη. Γρήγορα διεφώνησε και, όπως είναι σ’ αυτό το κόμμα κανόνας, διαγράφτηκε. Αλλά όταν βγήκε από το κόμμα παραιτήθηκε από κάθε πολιτική δράση και ασκούσε το επάγγελμα του δικηγόρου. Αλλά ήταν αρκετό για να τον σκοτώσουν, ότι κάποτε διεφώνησε με τον Ζαχαριάδη και τον είχε αποκαλέσει παρανοικό και τραμπούκο.

Σκότωσανε στη Θεσαλονίκη τον Στεργίου, έναν παλιό κομμουνιστή καπνεργάτη και αυτοδίδακτο σκιτσογράφο. Όλα τα σκίτσα της «Φωνής του Εργάτη» ήταν δικά του. Ήταν ένας σύντροφος που ήταν αγαπητός σε όλους ανεξάρτητα από τάσεις. Η δολοφονία του είχε προκαλέσει την αγανάκτηση σε όλους τους εργάτες. Σκοτώσανε τον Αλ. Ντούβα. Αυτός ένα διάστημα ήταν με τον Ασημίδη, αλλά όταν ησύχασε ο Ασημίδης ησύχασε κι αυτός. Στην Ακροναυπλία του είχαν δώσει και «πόστο». Μοίραζε κάθε πρωί το ένα τσιγάρο που χορηγούσε η ομάδα στους κρατούμενους. Τον σκοτώσανε γιατί ήταν κάποτε οπαδός του Ασημίδη.

Τον αδελφό του τον Γ. Ντούβα, γραμματέα της ομοσπονδίας των Κομμουνιστικών Νεολαίων, μέλος του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ και μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς των Νέων τον εκτελέσανε στη Ρωσία στην μεγάλη σφαγή των κομμουνιστών από τον Στάλιν το ’36 – ’38.

Σκοτώσανε τον Δαμασκόπουλο, το πιο δραστήριο στέλεχος των δημοσίων υπαλλήλων.

Σκοτώσανε τους Γάκη και Καπένη, παλιά στελέχη του ΚΚΕ, όταν αυτοί ήταν ήδη στον Ε.Λ.Α.Σ. και πολεμούσαν. Το αμάρτημά τους ήταν ότι στην Ακροναυπλία είχαν διαφωνήσει με τον Ιωαννίδη και τον Μπαρτζώτα.

Σκοτώσανε τον Γιάννη Καλογερίδη, έναν απ’ αυτούς που είχαν σκοτώσει την πρωτομαγιά του ’31 τον αστυφύλακα Γυφτοδημόπουλο. Καταδικάστηκε πολλά χρόνια φυλακή και έμενε στις φυλακές της Αίγινας. Εκεί ήρθε σε αντίθεση με τον Τυρίμο, βουλευτή του ΚΚΕ που πέρασε κατόπι στην Ασφάλεια και στην κατοχή στους τσολιάδες του Ράλλη. Ο Καλογερίδης όταν βγήκε από τη φυλακή δεν πήρε μέρος σε καμιά πολιτική κίνηση. Έπιασε δουλειά σε ένα μαγειρείο και εκεί τον βρήκαν και τον σκότωσαν γιατί πριν από χρόνια δεν πειθάρχησε στον Τυρίμο.

Σκοτώσανε τον Κ. Σπέρα, αναρχικό τσιγαρά, γραμματέα του Ε.Κ.Α. πριν ακόμα ιδρυθεί η Γ.Ε.Σ.Ε. και κύριο αρχηγό της εξέγερσης των μεταλλωρύχων της Σερίφου τον Αύγουστο του 1917. Είχε πάρει μέρος στο 1ο και 2ο συνέδριο της Γ.Ε.Σ.Ε. και υποστήριξε εκεί τις αναρχοσυνδικαλιστικές ιδέες. Αλλά κατόπι παραιτήθηκε από κάθε πολιτική δράση.

Σκοτώσανε τον Στέλιο Αρβανιτάκη, αναρχικό τσιγαρά, που ήταν ο μόνος στην Ελλάδα που είχε διαμαρτυρηθεί για τη σφαγή της Κρονστάνδης. Στη γενική απεργία τον Αύγουστο του ’23, ήταν από τους αρχηγούς της Κομμουνιστικής Ένωσης Πειραιά, της μαχητικής δηλαδή οργάνωσης που ήταν επικεφαλής των απεργών του Πειραιά. Αποκλείστηκε από το Κ.Κ. με απόφαση της Κ.Δ. Από τότε ζούσε έξω από κάθε οργάνωση σαν ένας εργάτης οπαδός του αναρχικού κομμουνισμού. Όσο διάστημα ήμουνα στη Θεσσαλονίκη συχνά τον έβλεπα και συχνά συζητούσαμε. Εξακολουθούσε να πιστεύει εκείνα που πίστευε από παλιά.

Αυτοί είναι ένα ελάχιστο ποσοστό από τους εκατοντάδες, εάν όχι χιλιάδες, αγωνιστών ή απλών αθώων και ανυπόπτων ανθρώπων που δολοφόνησε η Ο.Π.Λ.Α. Στην Κοκκινιά και στο Αγρίνι και ίσως και αλλού οι μαυροντυμένες μανάδες και σύζυγοι ήταν οι μανάδες και σύζηγοι παλιών κομμουνιστών που δολοφονήθηκαν από τους εθνικόφρονες κομμουνιστές του Σιάντου και του Ιωαννίδη.

Τα περισσότερα εγκλήματα γίνανε τον Δεκέμβρη.

Αυτή η «Λαϊκή Δημοκρατία» που ζήσαμε και γνωρίσαμε τον Δεκέμβρη του ’44 στην Αθήνα, ήταν ό,τι χειρότερο θα μπορούσε να γίνει για τη δυσφήμηση, τη γελοιοποίηση και τον εξευτελισμό του σοσιαλισμού. Οι εργάτες όταν δεν χρησιμοποιούνταν σε βοηθητικές υπηρεσίες, γυρνούσανε μέσα στην πόλη με κίνδυνο της ζωής τους για να βρούνε κάτι οτιδήποτε για την επιβίωσή τους. Και δεν ήταν καθόλου εύκολο αυτό. Οι μαχητές του Ε.Λ.Α.Σ. ανταλλάσσανε πυρά με τις κυβερνητικές δυνάμεις. Και εκείνοι που δίναν το χρώμα, τη μορφή και την ουσία της «Λαϊκής Δημοκρατίας» ήταν οι ομάδες της ΟΠΛΑ και της Πολιτοφυλακής και οι ανακριτές. Αυτές οι ομάδες αναζητούσαν μέρα και νύχτα υπόπτους για να τροφοδοτούν μ’ αυτούς τους υπόπτους τους ανακριτές και τα νεκροταφεία. Και ύποπτοι ήταν όσοι δεν ήταν γραμμένοι στα χαρτιά τους. Έρευνες γίνονταν σ’ όλα τα σπίτια και στους δρόμους. Αν σου βρίσκαν έντυπα τροτσκιστικά η ποινή που εκτελούνταν αμέσως ήταν θάνατος. Ακόμα και δικά τους έντυπα να σου βρίσκανε πάλι ήσουν ύποπτος. Πώς μπορούσες να διαβάζεις «Ριζοσπάστη», π.χ., ή μαρξιστική φιλολογία δίχως αυτοί να σε έχουν γραμμένο στα χαρτιά τους. Κίνδυνος ήταν και αν σου βρίσκαν μια οποιαδήποτε αστική εφημερίδα ή φωτογραφία του βασιλέα.

Είχαν πιάσει την Γκλ., μια παλιά κομμουνίστρια που είχε κάνει ένα μεγάλο διάστημα στην οργάνωση Πουλιόπουλου. Αλλά αυτό αυτοί δεν το ξέρανε κι αυτό την έσωσε. Την πιάσανε απλώς γιατί ήταν παλιά γνωστή κομμουνίστρια, αλλά δεν ήταν στο ΚΚΕ. Ήρθε και με βρει μετά την ανάκριση για να μου πει να φυλάγομαι γιατί τη ρωτούσαν για μένα. Τί να σου πω μου έλεγε, έχω γνωρίσει και ανακριτές και αστυνόμους και εδώ και στην Πολωνία όταν ενεργά συμμετείχα στο κίνημα, αλλά πουθενά δεν γνώρισα τόση κτηνωδί και τόση βλακεία όση σ’ αυτόν τον εαμικό δικαστή. Οι ερωτήσεις του ήταν ηλίθιες και μαζί εξευτελιστικές και χυδαίες. Με βία συγκρατούσα τον εαυτό μου για να μην του φέρω την τσάντα στο κεφάλι. Έξω σε δυο τρία δωμάτια ένα σωρό γυναικούλες και ανθρωπάκια περίμεναν τρέμοντας τη σειρά τους γι’ αυτό το κτήνος.

Αυτά στο Παγκράτι. Στις άλλες συνοικίες όμοια και χειρότερα.

Έμενα στο Παγκράτι στην οδό Πυργοτέλους μαζί με τον Α.Μ. Τη δευτέρα το πρωί έρχεται εκεί ο Κλεάνθης από την Καισαριανή κυνηγημένος απ’ αυτούς που αυτός είχε κάνει κομμουνιστές. Δεν πέρασε μισή ώρα και ακούμε στις σκάλες βαριά βήματα από αρβύλες και αμέσως παρουσιάζονται τέσσερις ένοπλοι, μας ζητάν ταυτότητες και κάνουν έρευνα. Δεν βρήκαν τίποτε γιατί είχαμε φροντίσει να μην υπάρχει τίποτε. Ταυτότητα είχα ψεύτικη. Αφού μας κάνανε διάφορες ερωτήσεις φύγανε. Όταν φύγανε αυτοί αμέσως φύγαμε και εμείς. Όπως μας είπαν κατόπι οι συγκάτοικοί μας, πριν περάσει ένα τέταρτο μπαίνει στο σπίτι ένα απόσπασμα από δέκα. Κατασχέσανε ό,τι βρήκανε στο δωμάτιό μας, κάνανε αυστηρές ανακρίσεις για μας και πήγανε 5 – 6 στον ανακριτή για να συνεχίσει εκεί η ανάκριση.

Πήγα δυο – τρεις δρόμους πιο κάτω στον Θαλή. Ο Θαλής ήταν γιατρός και τον είχε επιστρατεύσει ο Ε.Λ.Α.Σ. Πάνω από τον Βύρωνα σε ένα ύψος είχαν κάνει ένα πρόχειρο νοσοκομείο και είχαν υψώσει σ’ αυτό τη σημαία του Ερυθρού Σταυρού. Δίπλα όμως είχαν καμουφλαρισμένο ένα κανόνι. Ο Θαλής τούς λέει ότι δεν είναι σωστό να υπάρχει κανόνι κάτω από τη σημαία του Ερυθρού Σταυρού. Η απάντησή τους άγρια και απότομη ήταν: γιατρέ να κάνεις τη δουλειά σου και να μην ενδιαφέρεσαι για ό,τι κάνουμε εμείς. Εν τω μεταξύ μάθαμε ότι σ’ όλα τα γύρω σπίτια ρωτούσανε αν ξέρουν ή αν έχουν ακούσει τίποτε για τροτσκιστές. Έτσι όταν το βράδυ μάς είπε και ο Θαλής για την παρατήρηση που του κάνανε, ξεκινήσαμε τα μεσάνυχτα μέσα στο σκοτάδι, στις σφαίρες και στους όλμους σκουντουφλώντας κάθε λίγο σε πτώματα και πήγαμε στη Ν. Σμύρνη.

Έμεινα πρώτα στου Ταμ. και μετά στου Καλ. Εκεί μας έπιασε η εθνοφυλακή και οι άγγλοι. Μας ανακρίνανε κι αυτοί, μύρισαν και τα χέρια μας μήπως μυρίζουν μπαρούτι και μας άφησαν.

Τον Δεκέμβρη είχαν πιάσει και τον Καστοριάδη. Αλλά αυτοί που τυχαία τον πιάσανε δεν ξέρανε ότι ήταν κι αυτός από τους πρώτους στον κατάλογο των καταζητουμένων και αφού τον ανάκριναν τον άφησαν.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Α. Στίνα, Αναμνήσεις, εβδομήντα χρόνια κάτω απ’ τη σημαία της σοσιαλιστικής επανάστασης, Ύψιλον βιβλία, Αθήνα, 1985

Ακολουθήστε την ΑΙΧΜΗ στο twitter: https://twitter.com/aixmi_kd

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s