Ravachol. Οι αρχές μου

Ενώ ήταν στη φυλακή, αυτό το ντοκουμέντο υπαγορεύτηκε στην αστυνομία από τον Ραβασόλ. Παρέμεινε αδημοσίευτο ώσπου ο ιστορικός Jean Maitron το ανακάλυψε στα Αρχεία της Παρισινής Αστυνομίας το 1964.

O άνωθεν, αφού έφαγε το συσσίτιό του, μας μίλησε ως εξής:

«Μεσσιέ, είναι συνήθειό μου, όπου και αν είμαι, να κάνω προπαγάνδα. Γνωρίζετε τί είναι αναρχισμός;»

Απαντήσαμε «Όχι» σ’ αυτή την ερώτηση.

«Δεν με εκπλήσσει», απάντησε. «Η εργατική τάξη η οποία, όπως εσείς, είναι αναγκασμένη να δουλεύει για να κερδίζει το ψωμί της, δεν έχει το χρόνο να αφιερώσει στην ανάγνωση των φυλλαδίων που της δίνονται. Το ίδιο ισχύει και για σας.

»Αναρχία είναι η εξάλειψη της ιδιοκτησίας.

»Υπάρχουν αυτή τη στιγμή πολλά άχρηστα πράγματα· πολλά επαγγέλματα είναι επίσης άχρηστα, για παράδειγμα, τα λογιστικά. Με την αναρχία δεν υπάρχει πια ανάγκη για χρήματα, καμιά επιπλέον ανάγκη για τήρηση βιβλίων και των άλλων μορφών απασχόλησης που απορρέουν απ’ αυτό.

»Υπάρχουν αυτή τη στιγμή πάρα πολλοί πολίτες που υποφέρουν ενώ άλλοι κολυμπούν στη χλιδή, στην αφθονία. Η κατάσταση αυτή δεν μπορεί να συνεχιστεί· όλοι θα έπρεπε να κερδίζουμε από την υπεραξία των πλουσίων· αλλά ακόμη περισσότερο να αποκτήσουμε, όπως αυτοί, όλα αυτά που είναι αναγκαία. Στη σημερινή κοινωνία, δεν είναι δυνατόν να φτάσουμε σ’ αυτόν το στόχο. Τίποτα, ούτε ακόμη η φορολόγηση του εισοδήματος, δεν θα μπορούσε να αλλάξει την όψη των πραγμάτων. Παρόλα αυτά, το μεγαλύτερο μέρος των εργαζομένων πιστεύει πως εάν ενεργούσαμε μ’ αυτόν τον τρόπο, τα πράγματα θα βελτιωνόντουσαν. Είναι λάθος να σκεφτόμαστε έτσι. Eάν φορολογήσουμε τον ιδιοκτήτη, θα αυξήσει τα ενοίκιά του και μ’ αυτό τον τρόπο θα κάνουμε εκείνους που υποφέρουν να πληρώνουν τα νέα τέλη που τους επιβάλλονται. Σε κάθε περίπτωση, κανένας νόμος δεν μπορεί να αγγίξει τους ιδιοκτήτες, απ’ το να είναι κύριοι των περιουσιακών τους στοιχείων, δεν μπορούμε να τους εμποδίσουμε να κάνουν ό,τι θέλουν με αυτά. Τί θα έπρεπε, τότε, να γίνει; Εξαλείψτε την ιδιοκτησία και, έτσι, εξαφανίζονται αυτοί που τα παίρνουν όλα. Εάν αυτή η κατάργηση λάβει χώρα, θα πρέπει να απαλλαγούμε επίσης και απ’ τα χρήματα, προκειμένου να αποτραπεί οποιαδήποτε ιδέα συσσώρευσης, η οποία θα ανάγκαζε στην επιστροφή στο υπάρχον καθεστώς.

»Στην ουσία το χρήμα είναι η πηγή για όλες τις διχόνιες, όλα τα μίση, για όλες τις φιλοδοξίες· είναι, με μια λέξη, ο δημιουργός της ιδιοκτησίας. Αυτό το μέταλλο, στην πραγματικότητα, δεν έχει τίποτα παρά μια συμφωνημένη τιμή, προερχόμενη απ’ τη σπανιότητά του. Εάν δεν ήμασταν πια υποχρεωμένοι να δίνουμε κάτι ως αντάλλαγμα γι’ αυτά τα πράγματα που χρειαζόμαστε για να ζήσουμε, ο χρυσός θα έχανε την αξία του και κανείς δεν θα τον αναζητούσε. Ούτε θα μπορούσαν αυτοί να πλουτίζουν, επειδή τίποτε απ’ ό,τι θα συσσώρευαν δεν θα μπορούσε να χρησιμεύσει για την απόκτηση μιας καλύτερης ζωής απ’ ό,τι εκείνης των άλλων. Δεν θα υπήρχε πια καμιά ανάγκη για νόμους, καμιά ανάγκη για αφεντικά.

»Όσο για τις θρησκείες, θα είναι κατεστραμμένες, επειδή η ηθική τους επιρροή δεν θα έχει πια κανένα λόγο ύπαρξης. Δεν θα υπήρχε πια ο παραλογισμός τού να πιστεύεις σ’ ένα Θεό που δεν υπάρχει, απ’ τη στιγμή που μετά θάνατον όλα τελειώνουν. Γι’ αυτό θα έπρεπε να μείνουμε σταθερά προσκολλημένοι στη ζωή, αλλά όταν λέω ζωή εννοώ ζωή, πράγμα που δεν σημαίνει δουλεία όλη μέρα για να παχαίνουν τα αφεντικά και, ενώ λιμοκτονεί κάποιος, να γινόμαστε οι δημιουργοί της δικιάς τους ευημερίας.

»Τα αφεντικά δεν είναι απαραίτητα, αυτοί οι άνθρωποι των οποίων η οκνηρία τους συντηρείται απ’ τη δικιά μας δουλεία· όλοι πρέπει να είναι χρήσιμοι στην κοινωνία, με το οποίο εννοώ να εργάζονται σύμφωνα με την ικανότητα και την κλίση τους. Με αυτόν τον τρόπο, κάποιος θα μπορούσε να είναι φούρναρης, κάποιος άλλος δάσκαλος, κ.λπ. Σύμφωνα μ’ αυτή την αρχή, η εργασία θα μειωνόταν, κι ο καθένας μας θα είχε μόνο μία ή δύο ώρες εργασία τη μέρα. Ο άνθρωπος, που δεν είναι σε θέση να παραμένει δίχως κάποια μορφή απασχόλησης, θα έβρισκε την περίσπασή του στην εργασία· δεν θα υπήρχαν τεμπέληδες, αλλά και αν υπήρχαν, θα ήταν τόσο λίγοι που θα μπορούσαμε να τους αφήσουμε στην ησυχία τους και, αναντίρρητα, θα τους αφήναμε να κερδίζουν απ’ την εργασία των άλλων.

»Δίχως πια νόμους, ο γάμος θα καταστρεφόταν. Θα ενωνόμασταν δια της προσιάθεσης, και η οικογένεια θα βασιζόταν στην αγάπη του πατέρα και της μητέρας για τα παιδιά τους. Για παράδειγμα, εάν μια γυναίκα δεν αγαπούσε πια αυτόν που είχε επιλέξει ως σύντροφο, θα μπορούσε να χωρίσει και να δημιουργήσει μια καινούργια σχέση. Με μια λέξη, πλήρης ελευθερία να ζήσουμε μ’ αυτούς που αγαπάμε. Στην περίπτωση που παρέθετα ότι υπήρχαν παιδιά, η κοινωνία θα τα ανέτρεφε, δηλαδή, εκείνοι που θα αγαπούσαν τα παιδιά θα τα αναλάμβαναν.

»Μ’ αυτήν την ελεύθερη ένωση, δεν θα υπάρχει πια πορνεία. Κρυφά νοσήματα δεν θα υπήρχαν πια, απ’ τη στιγμή που αυτά γεννιούνται μόνο απ’ την κατάχρηση της επαφής των δύο φύλων· κατάχρηση στην οποία οι γυναίκες εξαναγκάζονται να υποβληθούν, εφόσον οι σημερινές συνθήκες της κοινωνίας τις υποχρεώνουν να το κάνουν αυτό σαν δουλειά προκειμένου να επιβιώσουν. Δεν είναι τα χρήματα απαραίτητα για να ζήσουν, να κερδίζουν με οποιοδήποτε κόστος;

»Σύμφωνα με τις αρχές μου, τις οποίες δεν μπορώ σε τόσο λίγο χρόνο να αναφερθώ σ’ όλες τους τις λεπτομέρειες, ο στρατός δεν θα έχει πια κανένα λόγο ύπαρξης, απ’ τη στιγμή που δεν υπάρχουν πια χωριστά έθνη· η ιδιωτική περιουσία θα καταστρεφόταν, και όλα τα έθνη θα είχαν ενωθεί σε ένα, που θα ήταν η Οικουμένη.

»Όχι πια πόλεμοι, όχι πια διαμάχες, όχι πια ζήλιες, όχι πια κλοπές, όχι πια δολοφονίες, όχι πια δικαστικό σύστημα, όχι πια αστυνομία, όχι πια διεύθυνση.

»Οι αναρχικοί δεν έχουν ακόμα υπεισέλθει στις λεπτομέρειες για τη συγκρότητή τους: τα μανίκια έχουν σηκωθεί. Σήμερα οι αναρχικοί είναι αρκετά πολυάριθμοι ώστε να ανατρέψουν τη σημερινή τάξη πραγμάτων, και αν αυτό δεν έχει ακόμα συμβεί, είναι γιατί πρέπει να ολοκληρώσουμε την παιδεία των οπαδών, να δώσουμε ζωή σ’ αυτούς την ενέργεια και την ακλόνητη θέληση για να συμβάλουν στην πραγματοποίηση των δικών τους σχεδίων. Το μόνο που χρειάζεται γι’ αυτό είναι μια σπρωξιά, που κάποιος θα τους βοηθήσει να το συνειδητοποιήσουν και η επανάσταση θα λάβει χώρα.

»Εκείνος που ανατινάζει σπίτια έχει σαν στόχο την εξόντωση όλων εκείνων που, απ’ την κοινωνική τους θέση ή απ’ τις πράξεις τους, είναι επιβλαβείς για την αναρχία. Εάν επιτρεπόταν να επιτεθεί ανοιχτά σ’ αυτούς τους ανθρώπους δίχως να φοβάται για την αστυνομία, και έτσι για το κεφάλι του, δεν θα καταστρέφαμε τα σπίτια τους με εκρηκτικούς μηχανισμούς, που θα μπορούσαν να σκοτώσουν μαζί μ’ αυτούς και τις εξαθλιωμένες τάξεις που έχουν στην υπηρεσία τους».

1892

 

Μετάφραση: Αιχμή

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s