Είναι ο ιλλεγκαλιστής αναρχικός σύντροφός μας;

Ένα διαχρονικό κείμενο του Εμίλ Αρμάν από το 1911.

Δεν είμαι θιασώτης του ιλλεγκαλισμού. Είμαι άνομος. Ο ιλλεγκαλισμός είναι μια επικίνδυνη λύση ανάγκης για εκείνον που εμπλέκεται σ’ αυτόν, έστω και προσωρινά, μια λύση ανάγκης που δεν θα έπρεπε ούτε να κηρύσσεται ούτε να υποστηρίζεται. Αλλά το ερώτημα που προτίθεμαι να μελετήσω δεν είναι αυτό τού να ρωτήσουμε αν είναι ή όχι το παράνομο εμπόριο επικίνδυνο, αλλά εάν ο αναρχικός που κερδίζει τον καθημερινό του άρτο καταφεύγοντας σε συναλλαγές καταδικασμένες απ’ την αστυνομία και τα δικαστήρια είναι σωστό ή λάθος να αντιμετωπίζει ως σύντροφο έναν αναρχικό που αποδέχεται να εργάζεται για ένα αφεντικό, ένα σύντροφο του οποίου την άποψη υπερασπιζόμαστε μέρα-μεσημέρι και που δεν απορρίπτουμε όταν πέφτει στα δίχτυα της αστυνομίας ή των αποφάσεων των δικαστών. (Εκτός εάν μας ζητά να παραμείνουμε σιωπηλοί σχετικά με την υπόθεσή του)

Ο ιλλεγκαλιστής αναρχικός στην πραγματικότητα δεν θέλει να του συμπεριφερόμαστε σαν «φτωχό συγγενή» που δεν τολμάμε δημοσίως να τον δεχτούμε ως μέλος επειδή αυτό θα έκανε κακό στην αναρχική υπόθεση, ή επειδή μη διαχωρίζοντας τους εαυτούς μας απ’ αυτόν όταν οι εκπρόσωποι της καπιταλιστικής εκδίκησης έρχονται να τον συντρίψουν θα διακινδυνεύαμε να χάσουμε τη συμπάθεια των συνδικαλιστών και της πελατείας των μικροαστών αναρχικών υποστηρικτών του αναρχικού κινήματος.

Σκοπίμως ο ιλλεγκαλιστής αναρχικός απευθύνεται στο σύντροφό του που τον εκμεταλλεύεται ένα αφεντικό, δηλαδή, που αισθάνεται ότι είναι εκμεταλλευόμενος. Δύσκολα περιμένει να γίνει κατανοητός από εκείνους που εργάζονται σε μια δουλειά που είναι του γούστου τους. Ανάμεσα σ’ αυτούς τους τελευταίους βάζει τους δογματικούς αναρχικούς και προπαγανδιστές που διαδίδουν, υπερασπίζονται, και εκθέτουν ιδέες σύμφωνα με τις απόψεις τους – αυτό είναι που ελπίζουμε, τουλάχιστον. Ακόμη και εάν παίρνουν μονάχα έναν αξιοθρήνητο, πολύ αξιοθρήνητο μισθό για την εργασία τους, η ηθική τους κατάσταση δεν είναι συγκρίσιμη με τη θέση ενός αναρχικού που εργάζεται υπό την επίβλεψη ενός επιστάτη και υποχρεούται να υποφέρει όλη την ημέρα την ασυδοσία των ανθρώπων των οποίων η εταιρεία είναι ανταγωνιστική προς αυτόν. Αυτός είναι ο λόγος που ο ιλλεγκαλιστής αναρχικός αρνείται σε όσους έχουν δουλειές που τους ευχαριστούν το δικαίωμα να ασκούν κριτική στο επάγγελμά του στο περιθώριο του νόμου.

Όλοι εκείνοι που κάνουν γραπτό ή προφορικό έργο προπαγάνδας που είναι του γούστου τους, όλοι εκείνοι που εργάζονται σ’ ένα επάγγελμα που τους αρέσει, πολύ συχνά ξεχνάνε ότι είναι προνομιούχοι σε σχέση με τη μάζα των άλλων, των συντρόφων τους, εκείνων που είναι αναγκασμένοι να φοράνε τα χάμουρά τους κάθε πρωί, απ’ την πρώτη του Γενάρη στην επόμενη Πρωτοχρονιά και να εργάζονται σε δουλειές για τις οποίες δεν τρέφουν καμιά συμπάθεια. [1]

Ο ιλλεγκαλιστής αναρχικός ισχυρίζεται ότι είναι ακριβώς το ίδιο σύντροφος όσο κι ο έμπορος, ο γραμματέας στο δημαρχείο, ή ο δάσκαλος του χορού, κανείς απ’ τους οποίους σε καμία περίπτωση δεν τροποποιεί – και σίγουρα όχι σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι αυτός – τις οικονομικές συνθήκες της σημερινής κοινωνίας. Ο δικηγόρος, ο γιατρός, ο δάσκαλος μπορούν να στείλουν άρθρα σε μια αναρχική εφημερίδα και να δώσουν διαλέξεις σε μικροσκοπικούς ελευθεριακούς κύκλους ό,τι θέλουν, παρ’ όλα αυτά παραμένουν αμφότεροι υποστηρικτές και υποστηριγμένοι του αρχοντιστικού συστήματος, που τους έδωσε το μονοπώλιο που τους επιτρέπει να ασκούν το επάγγελμά τους και τους κανονισμούς που είναι υποχρεωμένοι να υποβληθούν εάν θέλουν να συνεχίσουν να εργάζονται στις συναλλαγές τους.

Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι κάθε αναρχικός που αποδέχεται να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης προς όφελος ενός ιδιώτη αφεντικού ή του κράτους-αφεντικού διαπράττει μια πράξη προδοσίας προς τις αναρχικές ιδέες. Ενισχύει, στην πραγματικότητα, την κυριαρχία και την εκμετάλλευση, συμβάλλει στη διατήρηση της ύπαρξης του αρχοντισμού. Είναι αναμφίβολα αληθές ότι αντιλαμβανόμενος την ασυνέπειά του παλεύει να εξιλεωθεί ή να επιδιορθώσει τη συμπεριφορά του κάνοντας προπαγάνδα. Αλλά ό,τι κι αν έκανε η προπαγάνδα απ’ τον εκμεταλλευόμενο εξακολουθεί να παραμένει συνεργός των εκμεταλλευτών, συνεργάτης στο σύστημα εκμετάλλευσης που κυβερνά τις συνθήκες υπό τις οποίες η παραγωγή λαμβάνει χώρα.

Αυτός είναι ο λόγος που δεν είναι ακριβές να πούμε ότι ο αναρχικός «που δουλεύει,» που παραδίνονται στο σύστημα της κυριαρχίας και της εκμετάλλευσης επί τόπου, είναι θύμα. Είναι τόσο συνεργός όσο θύμα. Όλοι οι εκμεταλλευόμενοι, νόμιμοι ή παράνομοι, συνεργάζονται στην κατάσταση της κυριαρχίας. Δεν υπάρχει καμία διαφορά μεταξύ του αναρχικού εργαζόμενου που κέρδισε 175,000 ή 200,000 φράγκα σε τριάντα χρόνια εργασίας και που, με τις αποταμιεύσεις του, έχει αγοράσει μια καλύβα στην πατρίδα, και ο ιλλεγκαλιστής αναρχικός που αρπάζει ένα χρηματοκιβώτιο που περιέχει 200,000 φράγκα και μ’ αυτό το ποσό αποκτά ένα σπίτι δίπλα στη θάλασσα. Αμφότεροι είναι αναρχικοί στα λόγια μονάχα, είναι αλήθεια, αλλά η διαφορά μεταξύ τους είναι ότι ο αναρχικός εργαζόμενος παραδίνεται στους όρους της οικονομικής σύμβασης που οι ηγέτες του κοινωνικού περιβάλλοντος επιβάλλουν σ’ αυτόν, ενώ ο αναρχικός κλέφτης δεν παραδίνεται σ’ αυτές.

Ο νόμος προστατεύει τόσο τον εκμεταλλευόμενο όσο και τον εκμεταλλευτή, τον κυριαρχούμενο όσο και τον κυρίαρχο στις αμοιβαίες τους κοινωνικές σχέσεις, και εφ’ όσον ο ίδιος παραδίνεται ο αναρχικός είναι επίσης προστατευμένος στην ιδιοκτησία του και στο άτομό του όσο ο άρχοντας. Ο νόμος δεν κάνει καμία διάκριση μεταξύ του άρχοντα και του αναρχικού όσο αμφότεροι αποδέχονται τις προσταγές του κοινωνικού συμβολαίου. Είτε θέλουν είτε όχι, οι αναρχικοί που παραδίνονται: αφεντικά, εργαζόμενοι, υπάλληλοι, λειτουργοί, έχουν τις δημόσιες δυνάμεις, τα δικαστήρια, τις κοινωνικές συμβάσεις, και τους επίσημους εκπαιδευτές απ’ την πλευρά τους. Αυτή είναι η ανταμοιβή για την υποταγή τους: όταν χαλιναγωγούν – με ηθική πειθώ ή ισχύ του νόμου – τον άρχοντα εργοδότη να πληρώσει τον αναρχικό υπάλληλό του, οι δυνάμεις της κοινωνικής συντήρησης λίγο τους νοιάζει αν κατά βάθος, ή ακόμα και εξωτερικά, ο μισθωτός είναι εχθρικός στο σύστημα της μισθωτής εργασίας.

Αντίθετα, ο αντίπαλός του, ο επαναστάτης εναντίον του κοινωνικού συμβολαίου, ο ιλλεγκαλιστής αναρχικός έχει εναντίον του το σύνολο της κοινωνικής οργάνωσης όταν προκειμένου να «ζήσει τη ζωή του» πηδάει τα ενδιάμεσα στάδια προκειμένου να φτάσει αμέσως στο στόχο που ο πειθήνιος αναρχικός θα φτάσει μονάχα αργότερα, αν φτάσει ποτέ. Διατρέχει έναν τεράστιο ρίσκο, και είναι σωστό αυτό το ρίσκο να αποζημιώνεται απ’ τα άμεσα αποτελέσματα, αν υπάρχουν καθόλου αποτελέσματα.

Η προσφυγή στην κομπίνα, που ο ιλλεγκαλιστής αναρχικός συνεχώς εξασκεί, είναι μια διαδικασία που χρησιμοποιείται απ’ όλους τους επαναστάτες. Οι μυστικές εταιρείες είναι μια πτυχή αυτού. Προκειμένου να αναρτήσουμε ανατρεπτικές αφίσες περιμένουμε τους αστυνομικούς να πάνε σ’ άλλον τομέα. Ένας αναρχικός που φεύγει για την Αμερική κρύβει την ηθική, πολιτική και φιλοσοφική του άποψη. Ό,τι κι αν είναι, προφανώς πειθήνιος ή ανοιχτά ατίθασος, ο αναρχικός είναι πάντοτε ένας παράνομος όσον αφορά το νόμο. Όταν προπαγανδίζει τις αναρχικές ιδέες του αντιβαίνει στους ειδικούς νόμους που καταπνίγουν την αναρχική προπαγάνδα· ακόμη περισσότερο, απ’ την αναρχική νοοτροπία του αντιτίθεται στο ίδιο το γραπτό δίκαιο στην ουσία του, επειδή ο νόμος είναι η σύμπηξη του αρχαϊσμού. [2]

Ο ατίθασος αναρχικός δεν μπορεί παρά να βρει τη συμπάθεια του πειθήνιου αναρχικού που αισθάνεται ότι είναι πειθήνιος. Στην παράνομη στάση του ο αναρχικός που είτε δεν μπορούσε είτε δεν θα τα έσπαγε με τη νομιμότητα αναγνωρίζει τον εαυτό του, συνειδητοποιημένος λογικά. Το ταπεραμέντο του, ο συλλογισμός του πειθήνιου αναρχικού μπορεί να τον οδηγήσει στο να απορρίψει συγκεκριμένες πράξεις του ατίθασου αναρχικού, αλλά ποτέ δεν μπορεί να τον καταστήσει προσωπικά αντιπαθητικό. [3]

Ο ιλλεγκαλιστής απαντά στον επαναστάτη αναρχικό που τον ψέγει με την άμεση επιδίωξη της οικονομικής του ευημερίας λέγοντας ότι αυτός, ο επαναστάτης, δεν κάνει κάτι διαφορετικό. Ο οικονομικός επαναστάτης περιμένει απ’ την επανάσταση μια βελτίωση της προσωπικής του οικονομικής κατάστασης: αν όχι δεν θα ήταν επαναστάτης. Η επανάσταση θα του δώσει αυτό που ήλπιζε ή όχι, ακριβώς όπως ένα παράνομο εγχείρημα προμηθεύει ή δεν προμηθεύει αυτό στο οποίο βασιζόταν αυτός που το εκτελεί.. Είναι απλά θέμα ημερομηνιών. Ακόμη κι όταν το οικονομικό ζήτημα δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας που κάποιος κάνει μια επανάσταση αν αναμένει προσωπικό όφελος, ένα θρησκευτικό, πολιτικό, πνευματικό ή ηθικό ίσως όφελος. Κάθε επαναστάτης είναι ένας εγωιστής.

*

Έχει η δικαιολογία των πράξεων «απαλλοτρίωσης» που διαπράττονται από ιλλεγκαλιστές δυσμενή επίδραση, γενικώς και ειδικώς, στην αναρχική προπαγάνδα;

Προκειμένου να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό, που είναι το πιο σημαντικό απ’ όλα τα ερωτήματα, δεν πρέπει να χάσει κανείς απ’ τα μάτια του ούτε για ένα δευτερόλεπτο το γεγονός ότι ερχόμενος στον κόσμο, ή διεισδύοντας σε οποιαδήποτε χώρα, η ανθρώπινη μονάδα συναντά οικονομικές συνθήκες που επιβάλλονται σ’ αυτήν. Όποια κι αν είναι η άποψη του καθενός, πρέπει κανείς, προκειμένου να ζήσει (ή να πεθάνει) εν ειρήνη, να παραδοθεί σε φραγμούς. Όπου υπάρχει φραγμός το συμβόλαιο δεν ισχύει πλέον, απ’ τη στιγμή που είναι μονομερές, και οι ίδιοι οι αστικοί κώδικες που μια δέσμευση συμφωνείται υπό απειλή είναι πλέον άνευ νομικής αξίας. Ο αναρχικός έτσι βρίσκει τον εαυτό του σε κατάσταση νόμιμης άμυνας εναντίον των εκτελεστών και των θιασωτών του επιβεβλημένου οικονομικού συμβολαίου. Για παράδειγμα, δεν έχουμε ποτέ ακούσει κάποιον αναρχικό, που να ασκεί παράνομο εμπόριο, να καλεί σε μια κοινωνία βασισμένη στην καθολική ληστεία. Η κατάστασή του, οι πράξεις του, είναι αποκλειστικά και μόνο στο πλαίσιο του οικονομικού συμβολαίου που οι καπιταλιστές ή οι μονόπλευροι επιβάλλουν ακόμη και σ’ εκείνους που εξεγέρθηκαν κατά των ρητρών του. Ο ιλλεγκαλισμός των αναρχικών είναι μονάχα παροδικός: μια λύση ανάγκης.

Αν το κοινωνικό περιβάλλον χορηγούσε στους αναρχικούς την αναφαίρετη κατοχή των προσωπικών τους μέσων παραγωγής· αν μπορούσαν ελεύθερα, και δίχως κανένα φορολογικό περιορισμό (φόροι, δασμοί), να διαθέτουν τα προϊόντα τους· αν τους επιτρέπονταν να χρησιμοποιούν μεταξύ τους μια ανταλλακτική αξία που θα μπορούσε να επιτευχθεί δίχως φόρους, όλα αυτά με δικό τους ρίσκο, ο ιλλεγκαλισμός, σύμφωνα με την έννοια της λέξης που δίνω εγώ (π.χ., οικονομικός ιλλεγκαλισμός), δεν θα ήταν πλέον κατανοητός. Ο οικονομικός ιλλεγκαλισμός είναι γι’ αυτό καθαρά συμπτωματικός. [4]

Εν πάση περιπτώσει, οικονομικά ή άλλως, ο ιλλεγκαλισμός είναι μια λειτουργία του νομικισμού. Τη μέρα που η εξουσία θα εξαφανιστεί – πολιτική, διανοητική και οικονομική εξουσία – οι ιλλεγκαλιστές θα εξαφανιστούν κι αυτοί.

Προς αυτήν την κατεύθυνση πρέπει να προσανατολιστούμε προκειμένου οι ιλλεγκαλιστικές πράξεις να ωφελήσουν την αναρχική προπαγάνδα.

Κάθε αναρχικός, πειθήνιος ή όχι, θεωρεί ως σύντροφο εκείνον που αρνείται να δεχτεί τη στρατιωτική δουλεία. Είναι ανεξήγητο τότε γιατί η στάση του θα άλλαζε όταν πρόκειται για ένα ζήτημα τού να αρνείσαι να υπηρετείς οικονομικά.

Μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε ότι οι αναρχικοί δεν θέλουν να συμβάλλουν στην οικονομική ζωή μιας χώρας που δεν τους δίνει τη δυνατότητα να εξηγήσουν με την πένα ή με τα λόγια και που περιορίζει τις ικανότητές τους και τις πιθανότητες συνειδητοποίησης και συναναστροφής, σε οποιονδήποτε τομέα. Την ίδια στιγμή, απ’ την πλευρά τους, θα επέτρεπαν μη-αναρχικούς να συμπεριφέρονται με όποιον τρόπο θέλουν. Εκείνοι οι αναρχικοί που συμφωνούν να συμμετέχουν στην οικονομική λειτουργία των κοινωνιών όπου δεν μπορούν να ζουν σύμφωνα με τις επιθυμίες τους είναι ασυνεπείς. Δεν μπορούμε να καταλάβουμε γιατί αντιτίθενται σ’ εκείνους που επαναστατούν εναντίον αυτής της κατάστασης.

Ο επαναστάτης εναντίον της οικονομικής δουλείας βρίσκεται, απ’ το ένστικτο της αυτο-συντήρησης, απ’ την ανάγκη και την επιθυμία για ζωή, να κατάσχει την παραγωγή των άλλων. Αυτό το ένστικτο δεν είναι μονάχα αρχέγονο, είναι θεμιτό, οι ιλλεγκαλιστές επιβεβαιώνουν, συγκρινόμενο με την καπιταλιστική συσσώρευση, συσσώρευση που ο καπιταλιστής, προσωπικά, δεν χρειάζεται να υπάρχει, συσσώρευση που είναι υπερβολή. Τώρα ποιοι είναι αυτοί οι «άλλοι» στους οποίους το σκεπτικό του ιλλεγκαλιστή επιτίθεται – ο αναρχικός που ασκεί ένα παράνομο επάγγελμα. Οι «άλλοι» είναι εκείνοι που θέλουν τις πλειοψηφίες να κυριαρχούν ή να καταπιέζουν τις μειοψηφίες, είναι οι θιασώτες της κυριαρχίας ή της δικτατορίας μιας τάξης ή κάστας έναντι άλλων, είναι οι ψηφοφόροι, οι υποστηρικτές του κράτους, των μονοπωλίων και των προνομίων που συνεπάγονται. Στην πραγματικότητα, αυτοί οι «άλλοι» είναι εχθρός για τον αναρχικό, ασυμβίβαστος αντίπαλος. Τη στιγμή που τίθεται οικονομικά σ’ αυτόν, ο ιλλεγκαλιστής αναρχικός δεν βλέπει πλέον στο πρόσωπό του, δεν μπορεί να δει σ’ αυτόν, τίποτα άλλο παρά ένα όργανο του αρχοντικού συστήματος.

Κατόπιν τούτων δεν μπορούμε να πούμε ότι ο ιλλεγκαλιστής αναρχικός κάνει λάθος που θεωρεί τον εαυτό του προδομένο όταν εκείνοι οι αναρχικοί που προτίμησαν να ακολουθούν λιγότερο επικίνδυνους δρόμους απ’ τον δικό του τα παρατάνε ή δεν ενδιαφέρονται να εξηγήσουν τη στάση τους.

*

Επαναλαμβάνω αυτό που είπα όταν άρχισα αυτές τις γραμμές· απ’ τη στιγμή που υπάρχει μια λύση ανάγκης, που προσφέρεται απ’ τον ιλλεγκαλισμό είναι η πιο επικίνδυνη απ’ όλες, και πρέπει να δείχνεται ότι αποφέρει περισσότερα απ’ όσα κοστίζει, πράγμα που είναι κάτι αρκετά ασυνήθιστο. Ο ιλλεγκαλιστής αναρχικός που ρίχνεται στη φυλακή δεν έχει σε καμιά χάρη να ελπίζει τόσο μακριά όσο η επιτήρηση ή μείωση της ποινής του. Όπως λέει και η παροιμία, ο φάκελός του είναι σημαδεμένος με κόκκινο. Αλλά μ’ αυτήν την προειδοποίηση, πρέπει ακόμη να επισημανθεί ότι προκειμένου να ασκείται σοβαρά ο ιλλεγκαλισμός απαιτεί ένα δυνατό καλόβουλο ταπεραμέντο, μια σιγουριά για τον εαυτό που δεν ανήκει σε όλους. Όπως με όλες τις εμπειρίες της αναρχικής ζωής που δεν συμβαδίζουν με τη ρουτίνα της καθημερινής ύπαρξης, είναι ο φόβος ότι οι πρακτικές του ιλλεγκαλιστικού αναρχισμού αναλαμβάνουν τη βούληση και τη σκέψη του ιλλεγκαλιστή σε τέτοιο βαθμό που τον καθιστούν ανίκανο για οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα, οποιαδήποτε άλλη στάση. Το ίδιο ισχύει και για ορισμένα νόμιμα εμπόρια που απορροφούν εκείνους που τα εξασκούν στην ανάγκη να είναι σ’ ένα εργοστάσιο ή ένα γραφείο.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Οικονομικοί αναρχικοί και οικονομικοί ηγέτες και κυβερνήτες επιβάλλουν στους εργαζόμενους συνθήκες εργασίας ασυμβίβαστες με την αναρχική έννοια της ζωής, δηλ., με την απουσία εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Βασικά ένας αναρχικός αρνείται να επιτρέψει να έχει συνθήκες εργασίας που να επιβάλλονται σ’ αυτόν ή να επιτρέψει στον εαυτό του να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης. Δέχεται μoνάχα υπό την προϋπόθεση της αποποίησης και παράδοσης.

Και δεν υπάρχει καμία διαφορά μεταξύ τού να παραδίνεσαι να πληρώνεις φόρους, να παραδίνεσαι στην εκμετάλλευση, και να παραδίνεσαι στη στρατιωτική θητεία.

Είναι κατανοητό ότι η πλειοψηφία των αναρχικών παραδίνονται. «Έχουμε επιτύχει περισσότερα απ’ τη νομιμότητα με κομπίνες, ξεγελώντας την, απ’ ό,τι αντιμετωπίζοντάς την πρόσωπο με πρόσωπο.» Αυτό είναι αλήθεια. Αλλά ο αναρχικός που κοροιδεύει το νόμο δεν έχει κανένα λόγο να καυχιέται γι’ αυτό. Με τον τρόπο αυτό γλυτώνει τις επικίνδυνες συνέπειες της ανυπακοής, της σωφρονιστικής αποικίας, την «πιο ελεεινή απ’ όλες τις δουλείες.» Αλλά αν δεν έχουμε να υποφέρουμε απ’ όλα αυτά, ο πειθήνιος αναρχικός έχει να αντιμετωπίσει την «επαγγελματική παραμόρφωση»: εξωτερικώς εναρμονιζόμενος με το νόμο ένας αριθμός αναρχικών τελειώνουν μην αντιδρώντας καθόλου και περνούν στην άλλη πλευρά των οδοφραγμάτων. Ένα εξαιρετικό ταμπεραμέντο είναι απαραίτητο προκειμένου να κοροιδέψει το νόμο δίχως να επιτρέπει κανείς στον εαυτό του να εμπλακεί στο δίχτυ της νομιμότητας.

Όσο για τον αναρχικό-παραγωγό στο τρέχων οικονομικό περιβάλλον: αυτό είναι ένας μύθος. Πού είναι οι αναρχικοί που παράγουν αντι-εξουσιαστικές αξίες; Απ’ την παραγωγικότητά τους σχεδόν όλοι οι αναρχικοί συνεργάζονται στη διατήρηση της τρέχουσας οικονομικής κατάστασης. Ποτέ δεν θα με κάνετε να πιστέψω ότι ο αναρχικός που χτίζει φυλακές, στρατόπεδα, εκκλησίες· που κατασκευάζει όπλα, πυρομαχικά, στολές· που τυπώνει κώδικες, πολιτικά περιοδικά, θρησκευτικά βιβλία, που τα διαθέτει, τα μεταφέρει, τα πουλάει, συμμετέχει στην αντι-εξουσιαστική παραγωγή. Ακόμα και ο αναρχικός που παράγει απαραίτητα στοιχεία προς χρήση των ψηφοφόρων και των εκλεγμένων είναι υποκριτής ως προς τις πεποιθήσεις του.

Δεν είναι σε θέση είτε λεκτικοί προπαγανδιστές είτε άνθρωποι της πένας να κατηγορούν σκοτεινούς ατομικιστές σε σχέση με υλικά αγαθά που κερδίζουν απ’ τις ιδέες τους. Να μην υπολογίζουν το «ηθικό» και μερικές φορές οικονομικό όφελος που οι προσπάθειές τους τούς προμηθεύουν; Η φήμη εξαπλώνει τα ονόματά τους «απ’ τη μια άκρη της γης στην άλλη·» έχουν οπαδούς, μεταφραστές, συκοφάντες, διώκτες. Για ποιό λόγο δεν μετράνε όλα αυτά;

Θεωρώ σωστό κάθε εργασία που λαμβάνει ένα μισθό, σ’ όλους τους τομείς. Είναι σωστό ότι εάν υποφέρετε για τις απόψεις σας θα έπρεπε επίσης να επωφελείστε απ’ αυτές. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι μέσω της βίας, πονηριάς, κομπίνας, κλοπής, απάτης ή επιβολής οποιουδήποτε είδους αυτό το κέρδος να μην ρευστοποιείται εις βάρος ή για κακό ή για να βλάψει το σύντροφο κάποιου, εκείνων απ’ «τον κόσμο μας.»

Στο τρέχων κοινωνικό περιβάλλον ο αναρχισμός εκτείνεται απ’ τον Τολστόι στον Μπονό: τον Γουόρεν, τον Προυντόν, τον Κροπότκιν, τον Ραβασόλ, τον Καζέριο, την Λουίζ Μισέλ, τον Λιμπερτάντ, τον Πιέρ Σαρντόν, τον Τσέρνι, τις τάσεις που εκπροσωπούν ή που εκπροσωπούνται από συγκεκριμένους εμψυχωτές της ζωής ή εμπνεύσεις των οποίων τα ονόματα έχουν μικρή σημασία, είναι σαν τις αποχρώσεις του ουράνιου τόξου όπου κάθε άτομο επιλέγει την απόχρωση που τέρπει περισσότερο την όρασή του.

Κατατάσσοντας κανείς τον εαυτό του από αυστηρά ατομικιστική αναρχική οπτική – και με αυτό θα κλείσω – το κριτήριο της συντροφικότητας δεν βρίσκεται στο γεγονός ότι ο τόνος είναι ένας υπάλληλος γραφείου, ένας εργάτης, ένας δημόσιος υπάλληλος, ένας εφημεριδοπώλης, ένας λαθρέμπορος ή κλέφτης, βρίσκεται σ’ αυτό, ότι νόμιμος ή παράνομος, ο σύντροφος ΜΟΥ θα επιδιώκει κατά πρώτον να λαξεύσει τη δικιά του ατομικότητα, να διαδίδει τις αντιεξουσιαστικές ιδέες οπουδήποτε μπορεί, και τελικά, καθιστώντας τη ζωή μεταξύ εκείνων που μοιράζεται τις ιδέες του τόσο ευχάριστη όσο το δυνατόν περισσότερο θα μειώσει εξίσου τα άχρηστα και αποφευκτέα βάσανα σε τόση αμελητέα ποσότητα όσο το δυνατόν περισσότερο.

__________

1. Μία μέρα στις Βρυξέλλες, συζήτησα το θέμα με τον Ελιζέ Ρεκλύ. Είπε, εν κατακλείδι: «Δουλεύω σε κάτι που με ευχαριστεί· δεν βλέπω που έχω το δικαίωμα να κρίνω εκείνους που δεν θέλουν να εργαστούν σε κάτι που δεν τους ευχαριστεί.»

2. Αν και δεν έχω τα απαραίτητα στατιστικά δεδομένα, μια ανάγνωση αναρχικών εφημερίδων δείχνει ότι ο αριθμός όσων δικαίως ή αδίκως καταδικάστηκαν – στη φυλακή, τις ποινικές αποικίες, ή εκτελέστηκαν – για επαναστατική αναρχική αγκιτάτσια (συμπεριλαμβανομένης της «προπαγάνδα δια της πράξης») είναι μακράν πολύ μεγαλύτερος από εκείνους που δικαίως ή αδίκως καταδικάστηκαν, ή εκτελέστηκαν, για ιλλεγκαλισμό. Οι θεωρητικοί του επαναστατικού αναρχισμού φέρουν μεγάλο μέρος της ευθύνης γι’ αυτές τις καταδίκες, γιατί ποτέ δεν έχουν καμουφλάρει την προπαγάνδα για χάρη των επαναστατικών πράξεων με την ίδια επιφυλακτικότητα που οι σοβαροί «εξηγητές» των ιλλεγκαλιστικών πράξεων αντιτίθονται στην πρακτική του ιλλεγκαλισμού.

3. Ο αναρχικός του οποίου ο ιλλεγκαλισμός επιτίθεται στο κράτος ή γνωστούς εκμεταλλευτές δεν έχει ποτέ καταστήσει αδιάθετο «τον εργαζόμενο» όσον αφορά τον αναρχισμό. Ήμουν στην Αμιένη κατά τη διάρκεια της δίκης του Ζακόμπ, ο οποίος συχνά επιτίθονταν σε αποικιακά όργανα της τάξης. Χάρη στις εξηγήσεις στο «Ζερμινάλ» οι εργαζόμενοι της Αμιένης ήταν αρκετά συμπαθητικοί απέναντι στον Ζακόμπ και τις ιδέες της ατομικής απαλλοτρίωσης. Ακόμα και μη-αναρχικοί, ο παράνομος που επιτίθεται σ’ έναν τραπεζίτη, έναν εργοστασιάρχη, έναν κατασκευαστή, έναν ταμία, ένα ταχυδρομικό κάρο, κλπ, βρίσκουν τη συμπάθεια απ’ τους εκμεταλλευόμενους, που θεωρούν ως υπηρέτες ή ρουφιάνους εκείνους τους μισθωτούς που υπερασπίζονται τα χρήματα ή τα μετρητά του αφεντικού τους, ιδιωτικού ή κρατικού. Το έχω επισημάνει αυτό εκατοντάδες φορές.

4. Κοινωνικά μιλώντας, τη μέρα που τα κόστη για τη διατήρηση μιας ιδιοκτησίας θα είναι υψηλότερα απ’ ό,τι να αγοράζεις μία, η κόρη της εκμετάλλευσης, θα εξαφανιστεί.

Μετάφραση: Αιχμή

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s