ΕΚΛΟΓΟΡΑΜΑ: Εκλογές

Ένα υπέροχο μικρό σατιρικό διήγημα του Γάλλου λογοτέχνη Οκτάβ Μιρμπώ για τις εκλογές.

Ο Οκτάβ Μιρμπώ (1848-1917) ήταν μία από τις πιο διάσημες λογοτεχνικές μορφές της Τρίτης Γαλλικής Δημοκρατίας. Συγγραφέας του σκανδαλώδους «Το ημερολόγιο μιας καμαριέρας», ήταν επίσης υπερασπιστής του Ροντέν και του Μονέ πολύ πριν αυτοί γίνουν της μόδας, του Ντρέιφους, και των findesiècle αναρχικών, συμπεριλαμβανομένου του διαβόητου Ραβασόλ. Παρά τη διασημότητά του δεν δίσταζε να γράφει σε αναρχικές ανασκοπήσεις. Το περακάτω κείμενο δημοσιεύτηκε στη γαλλική La France στις 12 Αυγούστου 1885

«Τί θα γίνει; Από πού θα το σκάσουμε; Ήδη οι προεκλογικές εκστρατείες έχουν προσβληθεί από μια φοβερή λέπρα. Τα καμπαρέ βρυχώνται, αναποδογυρίζονται με μεθυσμένα μάτια. Απειλητικές πάνω απ’ τις διασταυρώσεις, οι κόκκινες, οι μπλε, και κίτρινες αφίσες εκρήγνυνται κατά μήκος των τοίχων απόμερων σπιτιών. Οι αγρότες βιάζονται να συγκεντρώσουν το στάρι και τη βρώμη τους προτού ο πολιτικός ανεμοστρόβιλος χτυπήσει ξαφνικά, σαν τον καταστροφικό σιρόκο. Η άσχημη μυρωδιά χυμένου κρασιού κρέμεται στον αέρα, κι η εκκωφαντική βοή των επιτροπών έρχεται από παντού, αριστερά, δεξιά, και το κέντρο, μπιζάροντας, και σημαίνοντας το χρόνο στο μπάσο τύμπανο της αλκοολούχας φρενίτιδας.

Άνθρωποι περνούν, διασταυρώνονται, δεν αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλον, και βλέπουν ο ένας τον άλλον ως εχθρό. Σε όλα τα μάτια υπάρχει μια πρόκληση, σε κάθε χείλος μια πικρία, και μια απειλή φέρεται σε κάθε γροθιά. Ένας σιωπηλός πόλεμος έχει φουντώσει στις καλύτερες καρδιές, και ήδη έχουμε δει δυο νέους ανθρώπους, που αγαπούν ο ένας τον άλλο σαν αδέλφια, να τσακώνονται στη συνέλευση του χωριού, και να χύνουν ο ένας το αίμα του άλλου στη σκόνη, όταν μόλις χθες ήταν έξω και χόρευαν χαρούμενα με τις αρραβωνιαστικιές τους. Δεν μετράμε πιά τους διαλυμένους γάμους, και όλοι παίζουν κρυφτούλι με το σερίφη.

Η Κοντέσα Βερντιρέτ είναι γενναιόδωρο άτομο. Τη βλέπουμε παντού, πάντοτε εύθυμη, γοητευτική, και φιλική, και καθόλου σνομπ. Επισκέπτεται το συμβολαιογράφο και τον τελώνη, πηγαίνει η ίδια να αγοράσει ληγμένα κονσερβοποιημένα τρόφιμα απ’ τον μπακάλη, μεταφέρει εμβόλια εξωτικών φυτών τριανταφυλλιάς στο σπίτι του γερο-ειρηνοδίκη, και στέλνει καλάθια στρείδια στο γιατρό. Εκτός από Λαντό, ταχυδρομικές άμαξες, και Βικτωρίες, χρησιμοποιεί επίσης τα προϊστορικά κάρα, με σούστες που στριγκλίζουν, άξονες που τρίζουν, και ξεφτισμένα καθίσματα ραβδωτών μάλλινων υφασμάτων. Ο ίδιος ο Κόμης έχει σταματήσει να φοράει τα κομψά του ρούχα. Πηγαινοέρχεται με ένα ξεθωριασμένο καπέλο, ένα τσαλακωμένο σακάκι, μεγάλες παλιές μπότες εργασίας, και μ’ ένα μπαστούνι ξύλου φλαμουριάς ανά χείρας. Δύσκολα τολμάει να χαιρετήσει τον ιερέα της ενορίας (έναν μη δημοφιλή άνθρωπο του οποίου οι γκάφες έχουν έναν τρόπο να εκθέτουν τους άλλους), αλλά ως εκδίκηση χτυπάει φιλικά στο στομάχι τον τσαγκάρη, και γενναιόδωρα δίνει ένα χεράκι στον κτηνίατρο. Η χώρα εκμεταλλεύεται την καλή του διάθεση. Τα κουνέλια του κονικλοτροφείου του όλα έχουν σφαγιαστεί, ξεπλένουμε όλα τα μωρά των φασιανών του απ’ τις φωλιές τους, και κόβουμε τα καλύτερα δέντρα από συστάδες στα δάση στην ιδιοκτησία του. Ο θηροφύλακας δεν αντέχει άλλο, επειδή έχει διαταχθεί να μη γράφει ούτε μια κλήση.

Στις άκρες των δρόμων, υπάρχουν πάντα αυτά τα ύποπτα άτομα που δεν γνωρίζουμε και που δεν έχουμε δει ποτέ μας, ακολουθώντας το ένα μετά το άλλο, συνεχώς χαιρετώντας τον καθένα, ακόμη και τα δέντρα, τις πέτρες, τις αδέσποτες αγελάδες, και τα λυσσασμένα σκυλιά. Είναι οι καλοί μας υποψήφιοι. Κάποιοι φορούν μακριές γενειάδες, ενώ άλλοι είναι ξυρισμένοι. Κάποιοι είναι γέροι και καμπουριασμένοι, άλλοι νέοι και γεμάτοι ζωντάνια. Αλλά όλοι έχουν το ίδιο χαμόγελο και τραγουδούν την ίδια μελωδία, που αντηχεί από τις κοιλάδες στους λόφους, κι έπειτα από τους λόφους στα βουνά. »

Ακούστε με, καλοί μου άνθρωποι, πλούσιοι και φτωχοί, τίμιοι και λωποδύτες. Εσείς, επίσης, κωφοί και χωλοί, παραπληγικοί –κοιτάχτε με, και ακούστε. Είμαι εγώ που κάνω τη συγκομιδή άφθονη, εγώ που μετατρέπω την άθλια καλύβα σε παλάτι, εγώ που γεμίζω τα παλιά, άδεια θησαυροφυλάκια με χρυσό, και εγώ που υπερπληρώνω τις δηλητηριασμένες καρδιές γεμάτες ευτυχία. Γρήγορα εδώ, καλοί μου άνθρωποι, επειδή εγώ είμαι ο σωτήρας για τις στείρες γυναίκες, και τους ανήσυχους, υπάκουους ανθρώπους. Λέω στο χαλάζι, ΜΗΝ ΠΕΣΕΙΣ· στον πόλεμο, ΜΗ ΣΚΟΤΩΣΕΙΣ· και στο θάνατο, ΜΗΝ ΕΡΘΕΙΣ. Μετατρέπω το βρωμερό κάτουρο των φοράδων σε καλό κρασί, και το νόστιμο μέλι ρέει από τα αγκάθια όταν τα αγγίζω.»

Εδώ είναι αυτό που είδα: ενώ ο υποψήφιος μιλούσε, ένα πλήθος μαζεύτηκε και συγκεντρώθηκε γύρω του.

«Ευγενικέ Κύριε,» έκλαιγε μια ηλικιωμένη γυναίκα, «έχω ένα γιο που είναι έξω στον πόλεμο, πολύ, πολύ μακριά.»

«Εγώ θα σας τον φέρω πίσω.»

«Έχω μόνο ένα πόδι,» είπε ένας ανάπηρος άνδρας.

«Θα σας δώσω άλλο ένα.»

«Κοιτάχτε αυτήν τη φρικτή πληγή που κατατρώει το πλευρό μου!» θρήνησε ένας άθλιος τύπος με τις πιο θλιβερές κραυγές.

«Θα σας απονείμω το μετάλλιο της τιμής για τον πόνο σας με τα ίδια μου τα χέρια, και θα γίνετε καλά.»

«Είμαι ενενήντα χρονών,» γκρίνιαξε ένας γέρος.

«Θα σας πάω πίσω στα σαράντα.»

«Πάνε τρεις μέρες από τότε που είχα ένα κομμάτι ψωμί να φάω!» ένα ζητιάνος παρακάλεσε.

«Θα σας γεμίσω με γλυκά.»

Τότε, ένας δολοφόνος εμφανίστηκε κραδαίνοντας ένα μεγάλο μαχαίρι, με τα ρούχα του όλα βουτηγμένα στο αίμα.

«Έχω σκοτώσει τον αδελφό μου, και τώρα είμαι για τη φυλακή!» έσκουξε.

«Θα γκρεμίσω τις φυλακές, και θα σφάξω τη δικαιοσύνη με την γκιλοτίνα. Έπειτα θα σας κάνω αστυνομικό.»

«Ο γείτονάς μου είναι πολύ πλούσιος,» είπε ένας χωρικός, «τα κουνέλια του τρώνε το καλαμπόκι μου, κι οι αλεπούδες του αρπάζουν τις κότες μου.»

«Θα σας εγκαταστήσω στη δικιά μου γη, και μπορείτε να παλουκώσετε τα παιδιά του στις θύρες του αχυρώνα, όπως τις στριγκλίζουσες κουκουβάγιες.»(1)

«Αυτός ο παλιο-λεχρίτης απλά δεν θέλει να χτυπά τις λίμνες μου πια,» είπε ο πλούσιος γείτονας.(2)

«Θα τον σταυρώσω σε μία από τις φτελιές κατά μήκος του ιδιωτικού δρόμου σας.»

«Αυτές οι καταραμένες αποικίες παίρνουν τα καλύτερα παιδιά μας, Κύριε!» μια νεαρή γυναίκα αναστέναξε.

«Θα καταργήσω τις αποικίες.»

«Δεν έχω αρκετούς πελάτες να αγοράζουν τα προϊόντα μου!» αναφώνησε ο βιομήχανος.

«Θα μεγαλώσω τα κατακτημένα εδάφη μας ίσαμε την άκρη της γης.»

«Ζήτω η Δημοκρατία,» είπε μια φωνή.

Ο υποψήφιος ανταπάντησε, «Ζήτω η Δημοκρατία!»

«Ζήτω ο Βασιλιάς,» είπε μια άλλη φωνή.

Ο υποψήφιος ανταπάντησε, «Ζήτω ο Βασιλιάς!»

«Ζήτω ο Αυτοκράτορας,» είπε μια τρίτη φωνή.

Ο υποψήφιος ανταπάντησε, «Ζήτω ο Αυτοκράτορας!»

Εκείνη τη στιγμή, μια όμορφη, εξαιρετικά-ντυμένη γυναίκα βγήκε απ’ το πλήθος, και προχώρησε προς τον υποψήφιο.

«Με γνωρίζεις;» ρώτησε.

«Όχι,» απάντησε ο υποψήφιος, «από που να σε ξέρω, ψωριάρα ξένη;»

«Είμαι η Γαλλία. Τί θα κάνετε για μένα;»

«Το ίδιο που θα κάνω και στους άλλους, αγαπητή μου. Θα φάω, θα κοιμηθώ, και η κοιλιά μου θα ευφρανθεί με το λίπος. Με τα χρήματα που θα πάρω απ’ τις τσέπες σας, αυτήν την απύθμενη μπάκα, θα έχω όμορφες γυναίκες, εύφορα εδάφη, και ευπρέπεια στο παζάρι, αν δεν σας πειράζει. Κι αν δεν είστε χαρούμενη με αυτό, κανένα πρόβλημα, γλυκιά μου. Θα πρέπει απλά να σας τουλουμιάσω με το ραβδί μου!»

ΤΕΛΟΣ

 

______________

1 Υπήρχε ένας προληπτικός φόβος με τις κουκουβάγιες στην αγροτική Γαλλία, καθώς πίστευαν ότι ήταν συνδεδεμένες με το διάβολο για τις νυχτερινές κραυγές τους. Όταν πιάνονταν, συχνά παλουκώνονταν στο ξύλο ζωντανές από τους αγρότες.

2 Προκειμένου να κρατήσουν τα βατράχια από τα να κράζουν και να διαταράσσουν τον ύπνο τους, οι ιδιοκτήτες ανάγκαζαν αγρομισθωτους να μένουν ξύπνιοι όλη νύχτα, πιτσιλώντας τις άκρες των ιδιωτικών λιμνών τους με ραβδιά.

Μετάφραση: Αιχμή

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s