Αφιέρωμα στον Emile Henry.

Σαν σήμερα το 1894, εκτελείται δια απαγχονισμού από το Γαλλικό κράτος ο 22χρονος αναρχικός Εμίλ Ανρύ

Εμίλ Ανρύ

Εμίλ Ανρύ

Henry-emile

Εικονογραφία του Εμίλ Ανρύ

Εικονογραφία του Εμίλ Ανρύ

Σχέδιο του Flavio Constantini

Σχέδιο του Flavio Constantini

Πορτρέτα των τεσσάρων ηγετικών Γάλλων τερροριστών: Ραβασόλ, Βαγιάν, Εμίλ Ανρύ και Καζέριο

Πορτρέτα των τεσσάρων ηγετικών Γάλλων τερροριστών: Ραβασόλ, Βαγιάν, Εμίλ Ανρύ και Καζέριο

Βαγιά, Ραβασόλ, Ανρύ

Ωγκύστ Βαγιάν, Ραβασόλ, Εμίλ Ανρύ, Γενεύη 1894

Attentat_de_l'hôtel_Terminus

«Βόμβα στο καφέ Τερμινούς Η σύλληψη του δολοφόνου» Εικονογράφηση της βομβιστικής επίθεσης στο καφέ Τερμινούς στις 26 Φεβρουαρίου 1894

Εικονογράφηση του βομβαρδισμού της Rue des Bons Enfants

Εικονογράφηση της βομβιστικής επίθεσης στη Rue des Bons Enfants

Η έκρηξη στο καφέ Τερμινούς, 17 Φεβρουαρίου 1894

Η έκρηξη στο καφέ Τερμινούς, 17 Φεβρουαρίου 1894

rue-des-bons-enfants-le-petit-parisien-19-novembre-1892

Rue des Bons Enfants, Le Petit Parisien, 19 Νοεμβρίου 1892

Η ανάκριση του Εμίλ Ανρύ

Ε: Στις 12 Φλεβάρη μπήκατε στο Καφέ Tερμινούς.

Ναι, στις οκτώ η ώρα.

E: Η βόμβα σας ήταν στη ζώνη του παντελονιού σας.

Όχι, στην τσέπη του παλτούμου.

Ε: Γιατί πήγατε στο Καφέ Tερμινούς;

Είχα πάει πρώτα στο Βινιόν, στο Καφέ ντε λα Πε και στο Αμερικαίν αλλά δεν υπήρχαν αρκετά άτομα. Έτσι πήγα στο Tερμινούς και περίμενα.

Ε: Υπήρχε μια ορχήστρα. Πόση ώρα περιμένατε;

Μια ώρα.

Ε: Γιατί;

Έτσι ώστε να υπάρχει περισσότερος κόσμος.

Ε: Και έπειτα;

Γνωρίζετε πολύ καλά.

Ε: Σας ρωτώ.

Πέταξα το τσιγάρο μου! Άναψα το φυτίλι κι έπειτα πήρα τη βόμβα στο αριστερό μου χέρι και, καθώς έφευγα από το καφέ, απ’ την εξώπορτα έριξα τη βόμβα.

Ε: Περιφρονείτε την ανθρώπινη ζωή.

Όχι, τη ζωή των μπουρζουάδων.

Ε: Κάνατε όλα όσα μπορούσατε για να σώσετε τη δική σας.

Ναι, έτσι ώστε να μπορώ να το ξανακάνω. Υπολόγισα την έξοδο απ’ τo καφέ, το κλείσιμο της πόρτας, να πάρω ένα εισιτήριο απ’ το σταθμό του Σαιν Λαζάρ, να διαφύγω, και να ξαναρχίσω την επόμενη μέρα.

Ε: Φεύγοντας συναντήσατε ένα σερβιτόρο. Κατόπιν κάποιος Ετιέν σας σταμάτησε λέγοντας: «Σ’ έπιασα, άθλιε!» Απαντήσατε: «Όχι ακόμα.» Τί κάνατε στη συνέχεια;

Τον πυροβόλησα.

Ε: Έπεσε. Τί είπατε;

Πως ήταν τυχερός που δεν είχα καλλίτερο ρεβόλβερ.

Ε: Τότε εμποδιστήκατε από έναν κομμωτή. Τί κάνατε;

Τον πυροβόλησα με το ρεβόλβερ.

Ε: Χτυπήθηκε και δεν έχει θεραπευτεί. Ο πράκτορας Πουασσόν σας ακολούθησε.

Kείνη τη στιγμή, επειδή μαζευόταν κόσμος, σταμάτησα. Περίμενα τον πράκτοραΠουασσόνκαι πυροβόλησα τρεις φορές εναντίον του με το ρεβόλβερ μου.

Ε: Τότε συλληφθήκατε, κι οι αστυνομικοί δύσκολα μπόρεσαν να σας χωρίσουν απ’ τη μανία του κόσμου.

Που δεν ήξερε τι είχα κάνει.

Ε: Είχατε ειδικές σφαίρες απάνω σας. Γιατί;

Για να προκαλέσω μεγαλύτερη ζημιά.

Ε: Κι ένα μαχαίρι στο οποίο υπήρχε προετοιμασία.

Είχα δηλητηρίασει τη λεπίδα προκειμένου να χτυπήσω έναν αναρχικό πληροφοριοδότη.

Ε: Ήσασταν αποφασισμένος να χτυπήσετε τον πράκτορα μ’ αυτό το όπλο;

Βέβαια.

Ε: Καθήσατε σ’ ένα τραπέζι κοντά στην πόρτα κι είχατε ρίξει τη συσκευή μπροστά σας. Γιατί δε χτύπησατε περισσότερους ανθρώπους μ’ αυτή την έκρηξη, αφoύ είχατε στοχεύσει στην ορχήστρα;

Έριξα τη βόμβα πολύ ψηλά. Χτύπησε μια λάμπα και βγήκε εκτός πορείας.

Ε: Μια βουβή έκρηξη ακούστηκε και το καφέ καταστράφηκε εντελώς: τραπέζια, καθρέφτες, ξυλογλυπτική ήσαν σπασμένα. Υπήρχαν πολλοί τραυματίες: είκοσι. Ένας απ’ αυτούς, ο Μ. Βορδέ πέθανε έκτοτε. Το πόδι του ήσαν καλυμμένο με πληγές. Ένας άλλος, ο M. Βαν Χέρρεβεγκεν δέχτηκε σαράντα πληγές. Υπήρχαν γυναίκες: η κ. Κίνγκσμπουργκ, που εξακολουθεί να υποφέρει απ’ τις πληγές της, πολλοί άλλοι που θ’ ακούσετε. Κι αυτές οι γυναίκες ήσαν τόσο τρομοκρατημένες πούχαν κρύψει το παρουσιαστικό τους και τις πληγές τους. Είπατε ότι όσο πιο πολλοί μπουρζουάδες πέθαιναν τόσο το καλλίτερο θάταν.

Αυτό ακριβώς νομίζω.

Ε: Στην αρχή είπατε πως ονομαζόσασταν Μπρετόν. Λίγο αργότερα αποκαλυφθήκατε κι είπατε ότι τ’ όνομά σας είναι Εμίλ Ανρύ και δώσατε το σχέδιο της συσκευής σας. Πώς έγινε αυτή;

Ήταν μια μικρή χύτρα από κασσίτεροπου περιείχε έναν πυροκροτητή κι ένα φυτίλι.

Ε: Είπατε πως ήσασταν σχετικά ανεπιτυχής. Τί σημαίνει αυτό;

Ήθελα να σκοτώσω περισσότερους, αλλά η χύτρα δεν έκλεισεσωστά.

Ε: Είχατε βάλει σφαίρες σ’ αυτήν.

Είχα βάλει 120 βολίδες.

Ε: Ο Βαγιάν, που είπε ότι ήθελε να τραυματίσει κι όχι να σκοτώσει, είχε βάλει καρφιά κι όχι βολίδες.

Εγώ, ήθελα να σκοτώσω κι όχι να τραυματίσω.

Ε: Η κατοικία σας δεν ήσαν γνωστή.

Είχα πει ότι δεν είχα κατοικία στο Παρίσι, δήλωσα ότι έφτασα απ’ τη Μασσαλία ή το Πεκίνο.

Ε: Λίγο αργότερα ένα δωμάτιο στη Βίλλα Φωσέρ διαρρήχθηκε. Η Αστυνομική διεύθυνση βρίσκει εκρηκτικά κι αναγνωρίζει πως αυτό είναι το σπίτι σας.

Δεν ξέρω ποιός λήστεψε το σπίτι μου.

Ε: Ειδοποιηθήκατε ότι η κατοικία σας έχει ανακαλυφτεί και σ’ αυτό το σημείο δηλώσατε ότι ποσότητες εκρηκτικών πρέπει να έχουν βρεθεί στο σπίτι σας.

Είχα αρκετά για να φτιάξω δώδεκα με δεκαπέντε βόμβες.

Ε: (Στους ενόρκους) Γνωρίζετε το έγκλημα και τον κατηγορούμενο, που έχει μόλις ομολογήσει κυνικά το έγκλημά του.

Δεν είναι κυνισμός, είναι πεποίθηση.

Ε: Θέλατε να σκοτώσετε το σερβιτόρο Ετιέν;

Ήθελα να σκοτώσω όλους όσους μ’ εμπόδιζαν στη διαφυγή μου.

Ε: Θέλατε να σκοτώσετε τον πράκτορα Πουασσόν;

Βέβαια. Σήκωσε το ξίφος του και θα μ’ είχε σκοτώσει.

Ε: Θέλατε να σκοτώσετε τους ανθρώπους στο ξενοδοχείο Tερμινούς;

Βέβαια, όσο το δυνατόν περισσότερους.

Ε: Θέλατε να καταστρέψετε το κτίριο;

Ω, δε θα με πείραζε καθόλου!

Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου στους ενόρκους: Αυτό θα επαρκούσε για να στηρίξει την ενοχή του κατηγορούμενου. Αλλ’ ανεξάρτητα απ’ το έγκλημα, η δικαιοσύνη – κι αυτό είναιπρος τιμή μας – δεν παρεκλίνει ποτέ απ’ τους συνήθεις κανόνες. Πρέπει να εξετάσουμε όλες τις λεπτομέρειες και να σταματήσουμε πριν από άλλη μια ενέργεια για την οποία ο κατηγορούμενος κατακρίνεται.

Ε: Ο πατέρας σας έζησε στη Μπρεβάν, στη συνέχεια πήγε στην Ισπανία, πήρε μέρος στην Παρισινή Κομμούνα, κι η μητέρα σας έμεινε χήρα με τρία παιδιά. Πήρατε υποτροφία απ’ τη Ζαν-Μπατίστ Σαϋ Σχολή, στα δεκαεπτά σας είχατε τα προσόντα για την εισαγωγή στην Πολυτεχνική Σχολή. Δε συνεχίσατε.

Για να μη γίνω στρατιώτης και ν’ αναγκάζομαι να πυροβολώ τους άτυχους, όπως στο Φουρμί.

Ε: Βρήκατε δουλειά μ’ έναν οικοδόμο, τον Μ. Βορδενάβ, το συγγενή σας. Πόσα κερδίσατε;

Στη Βενετία κέρδισα 100 φράγκα το μήνα.

Ε: Γιατί φύγατε;

Για λόγους ξένους με την υπόθεση.

Ε: Είπατε πως ήθελε να σας εξαναγκάσει να προβείτε σε μια μυστική παρακολούθηση, το οποίο σας επαναστάτησε. Ο Μ. Βορδενάβ όταν ρωτήθηκε διαμαρτυρήθηκε.

Αναγνώρισε πως υπήρξε μια παρανόηση.

Ε: Βρήκατε τότε άλλη δουλειά.

Υπέφερα τρεις μήνες φτώχειας πριν απ’ αυτή!

Ε: Σε κάθε περίπτωση, είχατε σύντομα μια θέση.

Μια εντελώς μέτρια: 100 με 120 φράγκα το μήνα.

Ε: Κείνη τη στιγμή έρχεστε υπό την επήρεια ενός απ’ τους αδελφούς σας. Λίγο αργότερα συλληφθήκατε μετά από μια συνάντηση προς τιμή του Ραβασόλ, και τ’ αφεντικό σας βρήκε αναρχικά έργα στο γραφείο σας, σημαντικώτερο μια μετάφραση μιας Ιταλικής εφημερίδας που αναφερόταν στο πώς να φτιάχνεις νιτρογλυκερίνη και στην οποία διαβάζουμε: «Ζήτω η κλεψιά, ζήτω ο δυναμίτης!» Μπορούμε να δούμε εκεί τους κανόνες που βάλατε σε εφαρμογή στην επίθεση στην οδό ντε Βονς-Ανφάν. Γι’ αυτό τότε τ’ αφεντικό σας απέλυσε.

Απολύθηκα όταν βρέθηκαν αυτά τα έγγραφα.

Ε: Αναζητήσατε δουλειά σ’ ένα ρολογάδικο. Στη συνέχεια απασχοληθήκατε στην   l ’   E n   d e h o r s ,   με συντάχτη τον Μαθά, που καταδικάστηκε στα 1892 – το χρόνο που φθάσατε στην εφημερίδα – για υποκίνηση απειθαρχίας μεταξύ των στρατιωτών. Αρνηθήκατε να είστε στρατιώτης.

Είχα κάνει τρία χρόνια στα τάγματα του σχολείου και αυτό ήταν το μόνο που μπορούσα να κάνω σαν στρατιώτης.

Ε: Αποφύγατε το κάλεσμα στη στρατιωτική θητεία και η μητέρα σας αποδοκίμαζε γι’ αυτό.

Φοβήθηκε τον εκπατρισμό μου.

Ε: Με τη σύσταση του Ορτίζ, ενός ληστή, πήγατε να εργαστείτε για τον Μ. Δυπουά.

Δεν ξέρω τί είχε κάνει ο Ορτίζ από τότε που τον γνώρισα.

Ε: Ο Μ. Δυπουά είχε αυξήσει το μισθό σας.

Τον αγαπούσα πολύ.

Ε: Θα θέλατε να επαναλάβω πριν τους ενόρκους τις ομολογίες που κάνατε κατά τη διάρκεια της ανάκρισης; Θα ήθελα πάρα πολύ να είστε εσείς ο οποίος τις λέει.

Βέβαια. Αύριο θα δώσω τα κίνητρα για την πράξη μου. Η   Ε τ α ι ρ ί α   Κ α ρ μ ώ   εκπροσωπείται στο Παρίσι απ’ τη διοίκησήτης. Ύστερα απ’ την απεργία αγόρασα μια χύτρα. Είχα δυναμίτη, έναν πυροκροτητή, φυτίλια.

(Η ανάκριση συνεχίζεται. Ο κατηγορούμενος αρνείται να πει τι έκανε κατά τη διάρκεια του 1893. Κατά τη διάρκεια μιας δύσκολης περιόδου στην ανάκριση ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου φωνάζει:)

Ε: Βγάλτε το σκασμό!

Δε μου καίγεται καρφί. Δε βγάζω το σκασμό. Γνωρίζω πολύ καλά πως θα καταδικαστώ σε θάνατο.

Ε: Για άκουσέ με· νομίζω πως υπάρχει μια ομολογία που είναι επιζήμια για την περηφάνεια σου. Ο Βαγιάν παραδέχθηκε πως έλαβε 100 φράγκα από ένα κλέφτη. Δε θέλετε ν’ αναγνωρίσετε ότι απλώσατε το χέρι σας για να εισπράξετε τα χρήματα από μια κλοπή, το χέρι που βλέπουμε σήμερα καλυμμένο με αίμα.

Τα χέρια μου είναι καλυμμένα με αίμα, όπως η κόκκινη τήβεννός σας! Σε κάθε περίπτωση, δεν έχω λόγο να σας απαντήσω.

Ε: Είστε κατηγορούμενος κι είναι καθήκον μου να σας ανακρίνω.

Δεν αναγνωρίζω τη δικαιοσύνη σας.

Ε: Δεν αναγνωρίζεις τη δικαιοσύνη. Δυστυχώς για σένα, είσαι στα χέρια της, κι οι ένορκοι θάναι σε θέση να το εκτιμήσουν αυτό.

Το γνωρίζω!

(Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου): Μείνετε στη θέση σας.

Ανάκριση του Εμίλ Ανρύ

Η ανάκριση του Εμίλ Ανρύ

ΕΜΙΛ ΑΝΡΥ: ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΗΣ ΚΟΝΣΙΕΡΖΕΡΙ

Κατά την επίσκεψη που κάνατε στο κελί μου την Κυριακή, την 18η του τωρινού μηνός, είχαμε μια πολύ φιλική συζήτηση περί αναρχικών ιδεών.

Είπατε πως ήσασταν πολύ έκπληκτος που μαθαίνατε τις θεωρίες μας κάτω από ένα διαφορετικό φως, και μου ζητήσατε να συνοψίσω τη συνομιλία μας γραπτώς, προκειμένου να γνωρίσετε καλλίτερα τι θέλουν οι αναρχικοί.

Μπορείτε εύκολα να καταλάβετε, μεσσιέ, πως σε λίγες μόνο σελίδες δεν μπορεί κανείς να ερμηνεύσει μια θεωρία που αναλύει την υπάρχουσα κοινωνική μας ζωή σε όλες τις εκδηλώσεις της· που μελετά τούτες τις εκδηλώσεις με τον τρόπο που ένας γιατρός εξετάζει ένα άρρωστο σώμα, και τις οποίες έπειτα καταδικάζει επειδή είναι αντίθετες με την ανθρώπινη ευτυχία και, στη θέση τους, κτίζει μια εντελώς νέα ζωή, βασισμένη σε αρχές πλήρως ανταγωνιστικές με κείνες στις οποίες η παληά κοινωνία οικοδομήθηκε.

Μόλον τούτοις, άλλοι έχουν ήδη κάμει αυτό που μου ζητάτε: ο Κροπότκιν, ο Ρεκλύ, ο Σεμπαστιέν Φωρ έχουν εκθέσει τις ιδέες τους, και ώθησαν την ανάπτυξή τους όσο μπόρεσαν περισσότερο.

Διαβάστε το Evolution et Révolution του Ρεκλύ, La Morale Anarchiste, Les Paroles d’un Révolté, La Conquete du Pain του Πέτρου Κροπότκιν· Autorité et LibertéLe Machinisme et ses Conséquences του Σεμπαστιέν Φωρ· La Société Mourante et l’Anarchie του Γκραβ· Entre Paysans(Fra Contadini) του Μαλατέστα· διαβάστε επίσης τα πολυάριθμα φυλλάδια και μανιφέστα που έχουν εμφανιστεί τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, καθένα απ’ αυτά αναπτύσσοντας καινούργιες ιδέες, ανάλογα με το κατά πόσο η μελέτη ή οι περιστάσεις το επιτρέπουν στους συγγραφείς τους.

Διαβάστε όλ’ αυτά και τότε θα σχηματίσετε μια καλά τεκμηριωμένη άποψη σχετικά με την αναρχία.

Παρόλ’ αυτά, μη νομίσετε ότι ο αναρχισμός είναι ένα δόγμα, μια θεωρία που δεν μπορεί να προσβληθεί, αδιαμφισβήτητη, τιμημένη απ’ τους οπαδούς της όπως είναι το Κοράνι για τους Μουσουλμάνους.

Όχι, η απόλυτη ελευθερία που αποκαλούμε διευρύνει αδιάκοπα τις ιδέες μας, τις υψώνει σε νέους ορίζοντες (ακολουθώντας τις επιθυμίες διάφορων ατόμων) και τις απομακρύνει απ’ τα αυστηρά πλαίσια της πειθαρχίας και της κωδικοποίησης.

Δεν είμαστε «πιστοί·» δεν υποκλινόμαστε μπροστά στον Ρεκλύ ή τον Κροπότκιν. Συζητάμε τις ιδέες τους, τις αποδεχόμαστε όταν αναπτύσσουν συμπαθητικές εντυπώσεις στο μυαλό μας, αλλά τις απορρίπτουμε όταν δε χτυπούν καμμιά χορδή εντός μας.

Είμαστε μακρυά απ’ το να κατέχουμε την τυφλή πίστη των κολλεκτιβιστών, που πιστεύουν σε κάτι επειδή ο Γκεσντ είπε πως θάπρεπε να πιστέψουν, και που έχουν μια κατήχηση που οι παραγράφοι της θάταν ιεροσυλία ν’ αμφισβητηθούν.

Δοσμένων αυτών, θα προσπαθήσω περιληπτικά και σύντομα να σας εξηγήσω τι εγώ καταλαβαίνω απ’ την αναρχία, δίχως να περιλαμβάνω άλλους συντρόφους που, σε ωρισμένα σημεία, θα μπορούσαν νάχουν διαφορετικές απόψεις απ’ τις δικές μου.

Δε θα αμφισβητούσατε το γεγονός πως το υπάρχον κοινωνικό σύστημα είναι κακό, και η απόδειξη πως είναι, είναι ότι καθένας υποφέρει απ’ αυτό. Απ’ το φτωχό πλανόδιο, δίχως ψωμί και στέγη, που γνωρίζει διαρκώς πείνα, μέχριτον εκατομμυριούχο, που ζει με το φόβο μιας εξέγερσης των φτωχών που θα ταράξουν την πέψη του, ολάκερη η ανθρωπότητα ζει σε κατάσταση ανησυχίας.

Πού βασίζεται η αστική κοινωνία; Βάζοντας κατά μέρος τις αρχές της οικογένειας, της πατρίδας, και της θρησκείας, που δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά παρεπόμενα, μπορούμε να βεβαιώσουμε ότι οι δύο ακρογωνιαίοι λίθοι, οι δύο θεμελιώδεις αρχές της υπάρχουσας κατάστασης είναι η εξουσία και η ιδιοχτησία.

Δε θέλω να συνεχίσω άλλο πάνω σ’ αυτό το θέμα: θα μου είταν εύκολο ν’ αποδείξω ότι όλα τα δεινά απ’ τα οποία υποφέρουμε απορρέουν απ’ την ιδιοχτησία και την εξουσία.

Φτώχεια, κλεψιά, εγκληματικότητα, πορνεία, πόλεμος, επανάσταση όλ’ αυτά δεν είναι παρά τ’ αποτελέσματα τούτων των αρχών.

Οι δύο βάσεις της κοινωνίας είναι γι’ αυτό κακές, δεν υπάρχει λόγος να αμφιταλαντευόμαστε. Δε χρειάζεται να δοκιμάσετε κάποιο απ’ την ομάδα των καταπραϋντικών (π.χ. σοσιαλισμός) που χρησιμεύουν μονάχα στο να μεταλλάξουν το κακό. Τα δύο φαύλα μικρόβια πρέπει να καταστραφούν, και να εκριζωθούν απ’ την κοινωνική ζωή.

Γι’ αυτό εμείς οι αναρχικοί θέλουμε ν’ αντικαταστήσουμε την ιδιωτική ιδιοχτησία με τον κομμουνισμό, και την εξουσία με την ελευθερία.

Όχι άλλα συμβόλαια κατοχής ή κυριαρχίας: απόλυτη ισότητα.

Όταν λέμε απόλυτη ισότητα δεν ισχυριζόμαστε ότι όλοι οι άνθρωποι θάχουν το ίδιο μυαλό, την ίδια φυσική οργάνωση: γνωρίζουμε πως θα υπάρχει πάντοτε μεγάλη ποικιλία στις εγκεφαλικές και φυσικές δεξιότητες. Είναι ακριβώς τούτη η ποικιλία των ικανοτήτων που θα δώσει ζωή στην παραγωγή όλων αυτών πούναι αναγκαία για την ανθρωπότητα, και υπολογίζουμε σ’ αυτό καθώς και στο να διατηρήσουμε άμιλλα σε μια αναρχική κοινωνία.

Θα υπάρχουν μηχανικοί και εργάτες: αυτό είναι προφανές. Αλλ’ ο ένας δε θα θεωρείται ανώτεροςαπ’ τους άλλους, επειδή το έργο του μηχανικού είναι άχρηστο δίχως τη συνεργασία των εργατών, κι αντίστροφα.

Ο καθένας θάναι ελεύθερος να επιλέξει το εμπόριό του, θα υπάρχουν μονάχα όντα που υπακούουν, δίχως καταναγκασμούς, στις κλίσεις που η φύση επροίκισεν (εγγύηση καλής παραγωγικότητας).

Εδώ ένα ερώτημα πρέπει να τεθεί: Και ο τεμπέλης; Θα θέλουν όλοι να εργάζονται;

Απαντάμαι ναι, όλοι θα θέλουν να εργάζονται, κι αυτός είναι ο λόγος:

Σήμερα, ο μέσος όρος της εργάσιμης μέρας είναι δέκα ώρες.

Πολλοί εργαζόμενοι κρατούνταιαποσχολημένοι σε δουλειές πούναι εντελώς άχρηστες για την κοινωνία, ιδιαίτερα για τον εξοπλισμό του στρατού και του ναυτικού. Πολλοί επίσης είναι άνεργοι. Προσθέστε σ’ αυτό έναν αξιoσημείωτο αριθμό υγιειών ανθρώπων που δεν παράγουν τίποτα: οι στρατιώτες, οι παπάδες, οι αστυνομικοί, οι δικαστές, οι δημόσιοι υπάλληλοι, κ.λπ.

Μπορούμε έτσι να πούμε, δίχως να κατηγορηθούμε για υπερβολή, ότι από εκατό ικανούς να παράγουν κάποιο είδος εργασίας, μόνον οι πενήντα προσφέρουν μια προσπάθεια αληθινά χρήσιμη για την κοινωνία. Είναι αυτοί οι πενήντα που παράγουν όλα τα πλούτη της κοινωνίας.

Απ’ αυτό συνεπάγεται ότι εάν όλοι εργάζονταν, αντί για δέκα ώρες τη μέρα η εργάσιμη μέρα θα μειωνόταν μόνο σε πέντε.

Mόλον τούτοις θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι στη σημερινή κατάσταση πραγμάτων το σύνολο των βιομηχανικών προϊόντων είναι τέσσερις φορές, και των γεωργικών προϊόντων τρεις φορές το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των αναγκών της ανθρωπότητας· που σημαίνει ότι η ανθρωπότητα θάταν τρεις φορές περισσότερο ντυμμένη, στεγασμένη, ζεσταμένη, θρεμμένη· με μια λέξη, θα είχαμε όλες τις ανάγκες της ικανοποιημένες εάν η σπατάλη και άλλες αιτίες δεν κατέστρεφαν τούτη την υπερπαραγωγή. (Θα βρείτε αυτά τα στατιστικά στο μικρό φυλλάδιο: «Τα Προϊόντα της Γης και της Βιομηχανίας»).

Απ’ ό,τι έχει γίνει στο παρελθόν, μπορούμε να καταλήξουμε στο εξής συμπέρασμα:

Μια κοινωνία όπου όλοι θα εργάζονταν από κοινού, και η οποία θάταν ικανοποιημένη με την παραγωγικότητα όχι πολύ πέρα απ’ τις ανάγκες των καταναλωτών (το πλεόνασμα του πρώτου πάνω στον δεύτερο θ’ αποτελούσεένα μικρό απόθεμα) θάπρεπε να ζητήσει από κάθε υγιεινό μέλος της μια προσπάθεια δύο ή τριών μόλις ωρών, ίσως λιγότερο.

Ποιος θα μπορούσε τότε ν’ αρνηθεί να προσφέρει μια τόσο μικρή ποσότητα εργασίας; Ποιος θάθελε να ζήσει με τη ντροπή να κρατείται στην περιφρόνηση απ’ όλους και να θεωρείται παράσιτο;

…Ιδιοχτησία και εξουσία πορεύονται μαζί, η μία υποστηρίζει την άλλη προκειμένου να κρατήσει την ανθρωπότητα σκλαβωμένη.

Τι είναι το δικαίωμα στην ιδιοχτησία; Είναι ένα φυσικό δικαίωμα; Είναι θεμιτό να τρώει ο ένας ενώ ο άλλος να νηστεύει; Όχι. Η φύση, στη δημιουργία μας, μας έκανε όμοιους οργανισμούς, και το στομάχι του εργάτη απαιτεί την ίδια ικανοποίηση μ’ εκείνο του χρηματιστή.

Παρόλ’ αυτά, μία τάξη σήμερα τα έχει πάρει όλα, κλέβοντας απ’ την άλλη τάξη τονεπιούσιο όχι μόνο του σώματός της, αλλά και της ψυχής της.

Ναι, σ’ έναν αιώνα που ονομάζουμε προόδου και επιστήμης, δεν είναι οδυνηρό να σκεφτόμαστε τα εκατομμύρια των μυαλών πεινασμένων για γνώση και που δεν μπορούν ν’ ανθίσουν; Πόσα παιδιά του μέσου ανθρώπου, που θα μπορούσαν νάχουν γίνει αξιόλογοι άνδρες και γυναίκες, χρήσιμοι για την ανθρωπότητα, δεν πρόκειται ποτέ να μάθουν τίποτα παρά τις λίγες απαραίτητες θεωρίες που διδάσκονται στο δημοτικό σχολείο.

Ιδιοχτησία! Αυτός είναι ο εχθρός της ανθρώπινης ευτυχίας, διότι από μόνη της δημιουργεί ανισότητα, και σ’ αυτήν καλλιεργεί μίσος, φθόνο, αιματηρή εξέγερση…

Η εγκαθιδρυμένηεξουσία δεν προσφέρει κανέναν άλλο σκοπό πέρα απ’ το να εγκρίνει την ιδιοχτησία. Είναι κει για να ενισχύει την πράξη της λεηλασίας.

Η εργασία πούναι μια φυσική ανάγκη θα συμφωνήσετε μαζί μου πως κανείς δε θα μπορούσε να ξεφύγει απ’ την τόσο ελάχιστη προσπάθειά της όσο αυτή που μιλήσαμε παραπάνω.

(Η εργασία είναι τόσο φυσική ανάγκη που η Ιστορία μάς δείχνει διάφορους πολιτικούς άνδρες ν’ αποσπώνται με χαρά απ’ τις μέριμνες της πολιτικής προκειμένου να εργαστούν ως απλοί εργάτες: Για να αναφέρω δύο πολύ γνωστές περιπτώσεις: ο Λουδοβίκος XVI απασχολιόταν με κλειδαριές, και στις μέρες μας ο Γλάδστων, «The Great Old Man» [αγγλικά στο πρωτότυπο] επωφελείται στις διακοπές του κόβοντας μερικές απ’ τις βελανιδιές των δασών του, σαν ένας κοινός ξυλοκόπος).

Έτσι βλέπετε, monsieur, δε θα υπήρχε κανένας λόγος να καταφύγουμε στο νόμο προκειμένου ν’ αποφύγουμε το πρόβλημα των τεμπέληδων.

Αλλά εάν σε μια ασυνήθιστη περίπτωση που κάποιος ήθελε ν’ αρνηθεί να βοηθήσει τους αδελφούς του, θάταν ακόμη λιγότερο δαπανηρό να ταΐζει αυτόν τον ατυχή, που μπορεί να χαρακτηριστεί μόνον σαν άρρωστος, παρά να διατηρεί νομοθέτες, δικαστές, αστυνομικούς και φύλακες για να τον εκβιάσουν.

Πολλά άλλα ερωτήματα εγείρονται, αλλ’ είναι δευτερεύοντα, το πιο σημαντικό πράγμα είναι να διαβεβαιώσουμε πως η κατάργηση της ιδιοχτησίας δε θα προκαλούσε σταμάτημα της παραγωγής λόγω της ανάπτυξης της οκνηρίας, κι η αναρχική κοινωνία θα ήξερε πως να θρέψει τον εαυτό της και να ικανοποιήσει όλες τις τίς ανάγκες.

Όλες οι άλλες αντιρρήσεις που μπορούν να εγερθούνεύκολα θ’ αντικρουστούν εμπνευόμενες απ’ την ιδέα ότι ένα αναρχικό περιβάλλον θα προκαλούσε την αύξηση σε καθένα απ’ τα μέλη της την αγάπη και την αλληλεγγύη κατά βούληση, επειδή ο άνθρωπος θα γνωρίσει πως δουλεύοντας για τους άλλους δουλεύει για τον εαυτό του.

Μια φαινομενικά καλλίτερα τεκμηριωμένη αντίρρηση είναι η ακόλουθη:

Εάν δεν υπάρχει πλέον εξουσία, εάν δεν υπάρχει ο φόβος του χωροφύλακα να σταματήσει το χέρι του εγκληματία, δεν κινδυνεύουμε να βλέπουμε εγκλήματα και πλημμελήματα να πολλαπλασιάζονται μ’ ένα τρομακτικό βαθμό;

Η απάντηση είναι απλή:

Μπορούμε να ταξινομήσουμε τα εγκλήματα που διαπράττονται σήμερα σε δύο κύριες κατηγορίες· εγκλήματα συμφέροντος και εγκλήματα πάθους.

Η πρώτη ομάδα θα εξαφανιστεί από μόνη της, αφού δε θα υπάρχουν επιθέσεις στην ιδιοχτησία σε περιβάλλον πούχει τελειώσει με την ιδιοχτησία.

Όσον αφορά τη δεύτερη ομάδα, κανείς νόμος δεν μπορεί να την εμποδίσει. Μακρυά απ’ το νάναι αυτή η αιτία, το ισχύον δίκαιο – το οποίο αθωώνει ένα σύζυγο που σκοτώνει τη μοιχαλίδα γυναίκα του – δεν κάνει τίποτ’ άλλο απ’ το να ευνοεί τη συχνότητα αυτών των εγκλημάτων.

Αντίθετα, ένα αναρχικό περιβάλλον θα εξύψωνε το ηθικό επίπεδο της ανθρωπότητας ο Άνθρωπος θα καταλάβει πως δεν έχει κανένα δικαίωμα πάνω σε μια γυναίκα που δίνεται σ’ έναν άλλον άνδρα, απ’ τη στιγμή που η γυναίκα δεν κάνει τίποτε άλλο απ’ το ν’ ακολουθεί τη φύση της.

Συνεπώς εγκλήματα, σε μια μελλοντική κοινωνία, θα γίνονται όλο και πιο σπάνια, μέχρι να εξαφανιστούν εντελώς.

Monsieur, θα συνοψίσω για σας το ιδανικό μου για μιαν αναρχική κοινωνία.

Όχι πια εξουσία, πούναι μακράν πιο αντίθετη στην ανθρώπινη ευτυχία από τις λίγες υπερβολές που μπορεί να συμβούν στο ξεκίνημα μιας ελεύθερης κοινωνίας.

Στη θέση της τωρινής εξουσιαστικής οργάνωσης, μια ομάδα ατόμων με συμπάθειες και σχέσεις δίχως νόμους ή ηγέτες.

Όχι πια ιδιωτική ιδιοχτησία· συγκέντρωση από κοινού των προϊόντων· καθένας να εργάζεται και να καταναλώνει σύμφωνα με τις ανάγκες του, δηλαδή, ό,τι επιθυμεί.

Όχι πια οικογένεια, εγωιστές και μπουρζουάδες, που κάμουν τον άνδρα ιδιοχτησία της γυναίκας και τη γυναίκα ιδιοχτησία του άνδρα· όχι πια διεκδικήσεις μεταξύ δύο υπάρξεων που αγαπούν ο ένας τον άλλον αλλά μια στιγμή που παραμένουν ενωμένοι ως το τέλος της ζωής τους.

Η φύση είναι ιδιότροπη: πάντα απαιτεί νέες αισθήσεις. Θέλει ελεύθερο έρωτα. Αυτός είναι ο λόγος που θέλουμε ελεύθερες ενώσεις.

Όχι πια πατρίδες, όχι πια μίσος μεταξύ αδελφών, αντιτάξεις μεταξύ ανθρώπων που δεν έχουν δει ο ένας τον άλλον.

Αντικατάσταση της στενής και μικροπρεπήςαφοσίωσης των σωβινιστών στη χώρα τους απ’ τη μεγάλη και γόνιμη αγάπη ολάκερης την ανθρωπότητας, δίχως διάκριση φυλής ή χρώματος.

Όχι πια θρησκείες, σφυρηλατημένες απ’ τους παπάδες προκειμένου να υποβαθμίσουν τις μάζες και να τους δώσουν την ελπίδα μιας καλλίτερης ζωής, ενώ οι ίδιοι απολαμβάνουν τη ζωή εδώ και τώρα.

Αντιθέτως, η συνεχής επέκταση των επιστημών, που πραγματοποιεί κάθε ον που θα αισθανθεί προσκολλημένο στη μελέτη τους, σιγά-σιγά φέρνοντας όλους τους ανθρώπους σε μια υλιστική συνείδηση.

Η συγκεκριμένη μελέτη υπνωτικών φαινομένων, που η επιστήμη έχει αρχίσει να λαμβάνει υπόψη, προκειμένου ν’ αποκαλύπτει τους τσαρλατάνους που παρουσιάζουν στους αμαθής, μ’ ένα θαυμάσιο και δεισιδαιμονικό φως, γεγονότα πούναι εντελώς φυσικά.

Με μια λέξη, όχι πια εμπόδια στην ελεύθερη ανάπτυξη της ανθρώπινης φύσης.

Ελεύθερη άνθηση των σωματικών, εγκεφαλικών και διανοητικών ικανοτήτων.

Δεν είμαι τόσο αισιόδοξος ώστε να πιστεύω πως μια κοινωνία βασισμένη σε τέτοιες βάσεις θα φθάσει σε τέλεια αρμονία. Αλλά έχω τη βαθειά πεποίθηση πως δύο ή τρεις γενιές θάναι αρκετές ώστε να σχίσουν την ανθρωπότητα απ’ την επίδραση του τεχνητού πολιτισμού που υποβάλλεται σήμερα και να την επιστρέψει στην κατάσταση της φύσης, πούναι η κατάσταση της καλοσύνης και της αγάπης.

Αλλά προκειμένου να καταστεί νικηφόρο τούτο το ιδανικό, προκειμένου να ορίσουμε την αναρχική κοινωνία σε μια σταθερή βάση, πρέπει να ξεκινήσουμε με το έργο της καταστροφής. Το παληό, σκουληκοφαγωμένο οικοδόμημα πρέπει να κατεδαφιστεί.

Αυτό είναι κείνο που κάνουμε.

Η αστική τάξη ισχυρίζεται ότι ποτέ δε θα φθάσουμε στο στόχο μας.

Το μέλλον, το πολύ εγγύς μέλλον, θα τους διδάξει.

Ζήτω η Αναρχία!

«Η εκτέλεση του Emile Henry". Παράσταση που δημοσιεύθηκε στο The Progress εμφανίζονται (Lyon) 3 Ιούνη του 1894.

«Η εκτέλεση του Εμίλ Ανρύ». Εικονογράφηση που δημοσιεύθηκε στο Le Progrès illustré (Λυών) 3 Ιουνίου 1894. Τα τελευταία του λόγια ήταν «ΚΟΥΡΑΓΙΟ ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ! ΖΗΤΩ Η ΑΝΑΡΧΙΑ!»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s