«Ένα παιδί»: ένα άγνωστο μικρό διήγημα του Μαξίμ Γκόρκι

Η γοργή αυτή πινελιά του 1903 του μεγάλου ρεαλιστή της παγκόσμιας λογοτεχνίας Μαξίμ Γκόρκι, έχει κάτι το τραγικό και μαζί σπαρακτικό. Μέσα όμως από τις λίγες γραμμές της, αναδεικνύεται σε όλο της το μεγαλείο η υπέροχη ανθρωπιά και η αγάπη του για το παιδί, το τρυφερό αυτό μέλλον της ανθρωπότητας.

Ένα βράδι, κουρασμένος απ τη δουλειά, είχα ξαπλωθεί κατάχαμα στη γωνιά ενός μεγάλου πέτρινου σπιτιού. Οι κόκινες αχτίδες του ήλιου που βασίλευε κάνανε να φαίνονται πιο πολύ οι βαθιές ρωγμές του τοίχου και οι κηλίδες της λάσπης.

Μες στο σπίτι, μέρα-νύχτα, σα ποντίκια στο υπόγειο τριγυρνούσαν άνθρωποι πεινασμένοι και βρώμικοι. Τα σώματάτους είταν σκεπασμένα με κουρέλια κι οι ψυχέςτους είταν το ίδιο μολυσμένες και βρώμικες σαν τα κορμιάτους.

Απ τα παράθυρα του σπιτιού ξέφευγε σαν πυκνός κι αργός καπνός μιας πυρκαγιάς, ο βαρύς και μονότονος θόρυβος της ζωής, που κυλιόταν στη λάσπη κει μέσα. Βυθισμένος σε μια νάρκη, άκουγα τούτη την κολασμένη βουή.

Ξάφνου, δίπλαμου, απόνα σωρό άδεια βαρέλια και παλιά κιβώτια ήρθε μια φωνή λεπτή και γλυκιά:

Νάνι, νάνι το παιδάκι

Το καλό μου κάνει νάνι.

Ποτέ μου δεν είχα ακούσει μες σ’ αυτό το σπίτι τις μητέρες να νανουρίζουν τα παιδιά τους με τόση τρυφερότητα. Σηκώθηκα αθόρυβα κι έριξα μια ματιά πίσω απ τα βαρέλια. Ένα μικρό κοριτσάκι είταν καθισμένο πάνου σ’ ένα κιβώτιο. Είχε γείρει το μικρό του μπουκλωτό και ξανθό κεφαλάκι, κουνιότανε ρυθμικά κι ήρεμα και τραγουδούσε με ύφος στοχαστικό:

Νάνι νάνι το παιδάκι

η μαμά θάρθει σε λίγο

να του φέρει τα γλυκά του…

Με τα μικρά βρώμικα χεράκιατου κρατούσε ένα ξύλινο κουτάλι ντυμένο μ’ ένα κόκινο κουρέλι και το κοιτούσε με τα μεγάλατου μάτια. Είχε ωραία μάτια, φωτεινά, τρυφερά και θλιμμένα, με μια θλίψη σπάνια στα παιδιά. Η έκφρασήτου μούκανε τέτια εντύπωση, ώστε δεν πρόσεχα πια τη βρωμιά τού προσώπου και των χεριώντου.

Πάνω απ’ το κοριτσάκι, σα σύγνεφο από βρώμικο καπνό, περνούσαν φωνές, βλαστήμιες, μεθυσμένα λόγια, κλάματα. Γύρωτου, πάνου στη λασπωμένη γη, όλα είταν σπασμένα, κολοβωμένα, κι ο ήλιος που βασίλευε έβαφε κόκινα τα λείψανα των ξεγοφιασμένων κιβωτίων. Tα έκανε να φαίνονται πένθιμα σαν ερείπια μεγάλης οικοδομής κατεδαφισμένης απ τ’ ανήλεα χέρια τής φτώχειας.

Έκανα μια κίνηση αθέλητα. Τότε το κοριτσάκι στράφηκε, με διέκρινε και τα μάτιατου καρφώθηκαν απάνωμου καχύποπτα. Ζάρωσε ολόκληρο σα μικρό ποντίκι μπροστά στη γάτα. Κοίταζα με χαμόγελο το προσωπάκιτου, δειλό, λυπημένο, και βρώμικο. Έσφιξε με δύναμη τα χείλιατου και τα λεπτά βλέφαράτου ηρέμισαν. Κατόπιν σηκώθηκε, τίναξε με πολυάσχολο ύφος το καταξεσκισμένο φουστάνιτου, που μόλις διατηρούσε το πρωτινό κόκινο χρώματου, έβαλε τηv κούκλα στην τσέπη κι έπειτα με μια φωνή καθαρή και παλλόμενη με ρώτησε:

– Τί κοιτάς;

Θάταν περίπου έντεκα χρονώ. Είταν λεπτό κι αδύνατο. Με κοιτούσε προσεχτικά και τα βλέφαράτου τρέμανε πάντοτε.

– Ε, λοιπόν; συνέχισε ύστερα απόνα λεπτό σιωπής. Τί θέλεις;

– Τίποτα… Παίξε… Θα φύγω ευθύς, απάντησα.

Τότε έκανε ένα βήμα προς εμένα, το πρόσωπότου κατσούφιασε και με δυσφορία μούπε με τη λεπτή και καθαρή φωνήτου:

– Έλα μαζίμου… Θα μου δόσεις δεκαπέντε καπίκια.

Δεν κατάλαβα αμέσως. Όμως θυμάμαι πως έφριξα απόνα προαίσθημα πως θ’ άκουγα κάτι τρομερό.

Κείνο ήρθε πολύ κοντάμου, έσμιξε πάνωμου, κι αποφεύγοντας το βλέμμαμου, συνέχισε με μια φωνή μονότονη κι άχρωμη:

– Πάμε… δεν έχω όρεξη να τρέχω στους δρόμους… να γυρεύω πελάτη…Ύστερα δεν μπορώ να βγω… Ο εραστής τής μητέραςμου πούλησε το φουστάνιμου… για να αγοράσει ρακί… Πάμε!…

Χωρίς να πω λέξη την έσπρωξα απαλά. Με κοίταξε καχύποπτα, σα να μην καταλάβαινε. Τα χείλητης κινήθηκαν σπασμωδικά. Επί τέλους σήκωσε το κεφάλι και κοιτώντας ψηλά με μάτια ορθάνοιχτα, καθαρά και θλιμμένα, μούπε χαμηλόφωνα και στενοχωρημένα:

– Νομίζεις… επειδή είμαι μικρή… πως θα φωνάξω… Μη φοβάσαι… Άλλοτε… είναι αλήθεια… φώναξα… αλλά τώρα πια…

Και, χωρίς ν’ αποτελειώσει έφτυσε αδιάφορα καταγής.

Απομακρύνθηκα έχοντας μες στην καρδιάμου μιαν ανέκφραστη φρίκη και το βλέμμα δυο παιδικών φωτεινών ματιών.

[μεταφραση: aixmi]

Ο Λέον Τολστόι με τον Μαξίμ Γκόρκι κάπου στα 1900

One thought on “«Ένα παιδί»: ένα άγνωστο μικρό διήγημα του Μαξίμ Γκόρκι

  1. Παράθεμα: Έμμα Γκόλντμαν: «Το δικαίωμα όλων σε όμορφα και λαμπερά πράγματα» « Ώρα Κοινής Ανησυχίας

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.