Αναρχικές όψεις της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας ΙΙΙ

Στο προηγούμενο μέρος του Αναρχικές όψεις της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, είχαμε υποστηρίξει ότι υπάρχουν δύο βασικοί άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφεται η αρχαία ελληνική φιλοσοφία, η Φύσις και ο Νόμος. Η συχνότατη σύγκρουση των δύο αυτών αξόνων εκτός από το ότι έχει επιφέρει όπως είδαμε σημαντικούς φιλοσόφους και μεγάλα φιλοσοφικά ρεύματα, έχει αποτυπωθεί και σε σπουδαίες τραγωδίες στο πεδίο της τέχνης. Σε αυτό το μέρος λοιπόν θα σταθούμε σε μία από αυτές, επειδή θεωρούμε ότι είναι η αντιπροσωπευτικότερη αυτής της σύγκρουσης μεταξύ της Φύσις και του Νόμου, της εξέγερσης με άλλα λόγια του ανθρώπου ενάντια στην εξουσία.

Ο λόγος για την Αντιγόνη του Σοφοκλή (441 π.χ. περίπου). Η Αντιγόνη είναι το δεύτερο από τα σωζόμενα έργα του Σοφοκλή και ένα έργο το οποίο επηρέασε ιδιαίτερα όχι μόνο συγγραφείς και καλλιτέχνες της εποχή του αλλά και πολλούς συγχρόνους, μεταξύ των οποίων ο Jean Anouilh και ο Bertolt Brecht.

Η μυθολογία θέλει την Αντιγόνη να είναι κόρη του Οιδίποδα, γιου του Λάιου από τη Θήβα, που σκότωσε, χωρίς να το γνωρίζει τον πατέρα του και παντρεύτηκε τη μητέρα του την Ιοκάστη. Με αυτήν απέκτησε εκτός από την Αντιγόνη και άλλα τρία παιδιά, τον Πολυνείκη, τον Ετεοκλή και την Ισμήνη. Όταν αποκαλύφθηκε η τραγική αλήθεια, η Ιοκάστη απαγχονίστηκε και ο Οιδίποδας αυτοτυφλώθηκε και αυτοεξορίστηκε. Στο απόσπασμα της Θηβαΐδας αναφέρεται ότι ο Οιδίποδας καταράστηκε τους δυο γιους του να μοιραστούν την κληρονομιά του με οπλισμένο χέρι και να κατεβούν στον Άδη αλληλοσφαγμένοι.

Τα δυο αδέλφια συμφώνησαν να κυβερνήσουν εναλλάξ τη Θήβα ανά ένα χρόνο, αλλά ο Ετεοκλής που πήρε την εξουσία πρώτος δεν δέχτηκε να παραδώσει την εξουσία στον Πολυνείκη. Ο Πολυνείκης τότε εγκατέλειψε τη Θήβα και πήγε στο Άργος όπου και παντρεύτηκε την κόρη του βασιλιά του. Μαζί με τον πεθερό του, το βασιλιά του Άργους Άδραστο, και πέντε ακόμη Αργείους ηγεμόνες οργάνωσε εκστρατεία εναντίον της Θήβας για να διεκδικήσει την εξουσία. Οι επτά Αργείοι ηγεμόνες τάχθηκαν απέναντι στους επτά Θηβαίους ήρωες που υπερασπίζονταν τις επτά πύλες της Θήβας. Η ιστορία αυτή ενέπνευσε πολλές άλλες σημαντικές τραγωδίες μεταξύ των οποίων το Επτά επί Θήβας του Αισχύλου και τις Φοίνισσαι του Ευριπίδη.

Απέναντι από τον Ετεοκλή ήταν ο αδερφός του ο Πολυνείκης. Η τελική μονομαχία των δύο αδερφών επιβεβαίωσε τελικά την κατάρα του πατέρα τους Οιδίποδα. Τα δύο αδέρφια έπεσαν αλληλοσφαγμένα μπροστά από τα τείχη της πόλης, η οποία όμως σώθηκε.

Ο νέος ηγεμόνας της πόλης αναδείχτηκε ο Κρέοντας, αδερφός της Ιοκάστης και θείος των δύο σκοτωμένων αδερφών όπως και της Αντιγόνης. Ο Κρέοντας έπειτα από αυτή την αλληλοσφαγή, έβγαλε διαταγή τα ταφεί με τιμές ο Ετεοκλής, ενώ το σώμα του Πολυνείκη να μείνει άταφο, βορά στα σκυλιά και τα όρνια. Από το σημείο αυτό αρχίζει η υπόθεση της τραγωδίας.

Συγκεκριμένα ο Κρέοντας διακύρηξε – και έχει σημασία να παραθέσουμε το απόσπασμα γιατί δείχνει ακριβώς την αυτοαναφορικότητα και την αυταρέσκεια της εξουσίας και ειδικότερα ο πρώτος στίχος:

«τοιοῖσδ´ ἐγὼ νόμοισι τήνδ´ αὔξω πόλιν.

δηλ. «Εγώ με τέτοιους νόμους του κράτους την ισχύ θ’ αυξήσω.»

Kαι συνεχίζει το απόσπασμα:

Καὶ νῦν ἀδελφὰ τῶνδε κηρύξας ἔχω

ἀστοῖσι παίδων τῶν ἀπ´ Οἰδίπου πέρι·

Ἐτεοκλέα μέν, ὃς πόλεως ὑπερμαχῶν

ὄλωλε τῆσδε, πάντ´ ἀριστεύσας δορί,

τάφῳ τε κρύψαι καὶ τὰ πάντ´ ἀφαγνίσαι

ἃ τοῖς ἀρίστοις ἔρχεται κάτω νεκροῖς·

τὸν δ´ αὖ ξύναιμον τοῦδε, Πολυνείκην λέγω,

ὃς γῆν πατρῴαν καὶ θεοὺς τοὺς ἐγγενεῖς φυγὰς κατελθὼν ἠθέλησε μὲν πυρὶ

πρῆσαι κατάκρας, ἠθέλησε δ´ αἵματος

κοινοῦ πάσασθαι, τοὺς δὲ δουλώσας ἄγειν,

τοῦτον πόλει τῇδ´ ἐκκεκήρυκται τάφῳ

μήτε κτερίζειν μήτε κωκῦσαί τινα,

ἐᾶν δ´ ἄθαπτον καὶ πρὸς οἰωνῶν δέμας

καὶ πρὸς κυνῶν ἐδεστὸν αἰκισθέν τ´ ἰδεῖν».

δηλ.

Και τώρα, σύμφωνα μ’ αυτά στην πόλη

διακήρυξα για τα παιδιά του Οιδίποδα:

τον Ετεοκλή, που χάθηκε σαν ήρωας στη μάχη

υπερασπίζοντας την πόλη του, τάφος να τον δεχτεί

με προσφορές τιμής, καθώς αρμόζει στους ήρωες νεκρούς.

Τον αδερφό του πάλι, τον Πολυνείκη εννοώ,

που χώρα πατρική και ντόπιους θεούς

εξόριστος γυρνώντας θέλησε πέρα για πέρα

να πυρπολήσει, δικό του αίμα

θέλησε να πιει, δικούς του στη σκλαβιά να σύρει,

αυτόν, λέω, στην πόλη τούτη βγήκε προσταγή

κανείς να μη νεκροστολίσει, να μη θρηνήσει κανείς,

να τον αφήσουν άθαφτο, κορμί ρημάδι,

τα σκυλιά να τον ξεσκίσουν και τα όρνια.

Η Αντιγόνη όμως αψηφά το νόμο και ενταφιάζει τον νεκρό αδελφό της πρίν ένας φρουρός την ανακαλύψει και την οδηγήσει στον Κρέοντα. Για να δικαιολογήσει την αμφισβήτηση και την καταπάτηση αυτή του νόμου, επικαλείται τους φυσικούς νόμους τους οποίους θεωρεί ανώτερους από κάθε ανθρώπινη εξουσία. Η τέχνη του Σοφοκλή διαχέει αυτή την ακαταμάχητη γοητεία σ’ ολόκληρο το έργο, αλλά η γοητεία αυτή συμπυκνώνεται και στους λίγους αυτούς ονομαστούς στίχους της Αντιγόνης:

Οὐ γάρ τί μοι Ζεὺς ἦν ὁ κηρύξας τάδε,

οὐδ’ ἡ ξύνοικος τῶν κάτω θεῶν Δίκη

τοιούσδ’ ἐν ἀνθρώποισιν ὥρισεν νόμους,

οὐδὲ σθένειν τοσοῦτον ᾠόμην τὰ σὰ

κηρύγμαθ’ ὥστ’ ἄγραπτα κἀσφαλῆ θεῶν

νόμιμα δύνασθαι θνητὸν ὄνθ’ ὑπερδραμεῖν.

Οὐ γάρ τι νῦν γε κἀχθές, ἀλλ’ ἀεί ποτε

ζῇ ταῦτα, κοὐδεὶς οἶδεν ἐξ ὅτου ‘φάνη.

δηλ. Ναι, γιατί δεν ήταν ο Δίας αυτός που πρόσταξε σε μένα αυτά ούτε η Δίκη, που συγκατοικεί με τους θεούς του κάτω κόσμου, όρισε τέτοιους νόμους στους ανθρώπους, κι ούτε φανταζόμουν ότι οι δικές σου διαταγές έχουν τόση δύναμη, ώστε να μπορείς εσύ, αν και είσαι θνητός να υπερνικήσεις τους άγραφους και σταθερούς νόμους των θεών. Γιατί δεν ισχύουν αυτά σήμερα μόνο και χθες αλλά αιώνια και κανείς δεν γνωρίζει από πότε φάνηκαν.

Απέναντι σε αυτή τη σθεναρή στάση της Αντιγόνης, η εξουσία εμφανίζεται πολύ κατώτερη των περιστάσεων προτάσσοντας ως συνήθως μονάχα την εκδίκηση απέναντι σε εκείνους που την αμφισβητούν, και η Αντιγόνη κλείνεται σε σπήλαιο, χωρίς τροφή και νερό, μέχρι να πεθάνει.

Ενώ λοιπόν ο Κρέοντας είναι φανερό ότι εκπροσωπεί τo Νόμο, την εξουσία, η Αντιγόνη από την άλλη μεριά είναι ο εξεγερμένος άνθρωπος, το εξεγερμένο κορίτσι. Δεν την έχουν χαρακτηρίσει άδικα ως την τελειότερη μορφή σε όλη την ελληνική δραματουργία. Και δεν θα ήταν δύσκολο να τη χαρακτηρίσει κανείς έτσι, τη στιγμή που τα ίδια της τα λόγια, οι πράξεις της, η ζωής της, το αναδεικνύουν: είναι ένας άνθρωπος που δεν φοβάται, δεν υποτάσσεται.

Η Αντιγόνη αντί να προσφύγει στους νόμους του κράτους για να δικαιολογήσει την πράξη της, προσφεύγει στους αρχέγονους νόμους που είναι βαθιά χαραγμένοι στην καρδιά του ανθρώπου, που δεν επηρεάζονται και δεν περιορίζονται από κανένα φραγμό που θέτουν οι εξουσίες. Αυτοί είναι τα μεγάλα ασυνείδητα ένστικτα του κόσμου, οι αμετάβλητες ορμές που λυτρώνουν την ανθρωπότητα από τους δισταγμούς και από την απρόθυμη υποταγή. Γι’ αυτό και ο χορός εξυμνεί το πολυμήχανο ανθρώπινο πνεύμα, το οποίο όταν θέλει μπορεί να υπερνικήσει και το μεγαλύτερο εμπόδιο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

Ferrero, Nevinson, Small, Burton, Morgan, Marshal (1996), Αρχαία Ελλάδα και Αναρχισμός, μτφρ. Χ. Μόρφος, Αθήνα, Ελεύθερος Τύπος.

Δρακόπουλος, Δ., Ναστούλης, Κ., Ρώμας, Χ. Γ., Αλεξοπούλου, Χ. (2000), Σοφοκλέους Τραγωδίαι Αντιγόνη – Φιλοκτήτης, Αθήνα, Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων.

http://users.sch.gr/logos/a%20epeisodio.htm

2 thoughts on “Αναρχικές όψεις της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας ΙΙΙ

  1. Παράθεμα: Αναρχικές όψεις της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας ΙΙΙ | My Blog

  2. Παράθεμα: Καν’ το οπως… οι αρχαιοι ελληνες! | Αδεως

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s