Προυντόν: αμοιβαιότητα και ομοσπονδισμός (ΜΕΡΟΣ ΙΙ)

§ II. Χαρακτήρες του πραγματικού κοινωνικού συμβολαίου.

[1]Η ιδέα του κοινωνικού συμβολαίου αποκλείει αυτή της κυβέρνησης: ο κύριος Ledru – Rollin[2], που είναι νομοθέτης και του οποίου την προσοχή εφιστώ στο σημείο αυτό, οφείλει να το ξέρει. Αυτό που χαρακτηρίζει το συμβόλαιο είναι η διορθωτική σύμβαση και δυνάμει αυτής της σύμβασης αυξάνουν η ελευθερία και η ευημερία του ανθρώπου, ενώ με τη θέσπιση μιας αρχής και η μία και η άλλη μειώνονται υποχρεωτικά. Αυτό θα καταστεί προφανές αν συλλογισθούμε ότι το συμβόλαιο είναι η πράξη μέσω της οποίας δύο ή περισσότερα άτομα συμφωνούν να οργανώσουν μεταξύ τους, σ’ ένα ορισμένο βαθμό και για ένα ορισμένο διάστημα, την εργατική αυτή δύναμη που ονομάζουμε ανταλλαγή· συνεπώς, ο ένας δεσμεύεται έναντι του άλλου και ο ένας εγγυάται στον άλλον ένα ορισμένο σύνολο υπηρεσιών, προϊόντων, οφελών, υποχρεώσεων, κλπ. …ότι είναι σε θέση να προβαίνουν σε αμοιβαίες παροχές και ανταποδόσεις είτε για την κατανάλωση είτε για την παραγωγή, παραμένοντας κατά τα λοιπά πλήρως ανεξάρτητοι.

Μεταξύ συμβαλλομένων υπάρχει υποχρεωτικά για τον καθένα πραγματικό και προσωπικό ενδιαφέρον: αυτό συνεπάγεται ότι ένας άνθρωπος διαπραγματεύεται με σκοπό να μειώσει ταυτοχρόνως, χωρίς δυνατό συμψηφισμό, την ελευθερία του και το εισόδημά του. Μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων, αντιθέτως, με όποιον τρόπο κι αν έχει συγκροτηθεί η αντιπροσώπευση, το σώμα των πληρεξούσιων (délégation) ή η κυβερνητική λειτουργία, υπάρχει υποχρεωτικά αλλοτρίωση ενός μέρους της ελευθερίας και της περιουσίας του πολίτη: σε ανταπόδοση τίνος πλεονεκτήματος; το εξηγήσαμε προηγουμένως.

Α. Το συμβόλαιο είναι συναλλαγματικό.

Το συμβόλαιο είναι, λοιπόν, ουσιαστικά συναλλαγματικό: δεν επιβάλλει στους συμβαλλόμενους καμία άλλη υποχρέωση πέρα από αυτή που προκύπτει από την προσωπική υπόσχεσή τους μιας αμοιβαίας παράδοσης· δεν υπόκειται σε καμία εξωτερική αρχή· μόνο του δημιουργεί την κοινή υποχρέωση των μερών· δεν αναμένει την εκτέλεσή του παρά μέσα από την πρωτοβουλία τους.

Αν τέτοιο είναι το συμβόλαιο, στη γενικότερη σημασία του και στην καθημερινή πρακτική του, τι θα ‘ναι το κοινωνικό συμβόλαιο, το συμβόλαιο που θεωρείται ότι ενώνει όλα τα μέλη ενός έθνους σ’ ένα κοινό συμφέρον;

Το κοινωνικό συμβόλαιο είναι η υπέρτατη πράξη μέσω της οποίας κάθε πολίτης δεσμεύει στην κοινωνία την αγάπη του, την ευφυΐα του, την εργασία του, τις υπηρεσίες του, τα προϊόντα του, τα αγαθά του· σε ανταπόδοση της αγάπης, των ιδεών, της εργασίας, των προϊόντων και των υπηρεσιών των ομοίων του, με το μέτρο δικαίου για τον καθένα να έχει προσδιορισθεί από τη σημαντικότητα της συνεισφοράς του.

Β.  Το συμβόλαιο πρέπει να είναι γενικό.

Έτσι, το κοινωνικό συμβόλαιο οφείλει να περιλαμβάνει την καθολικότητα των πολιτών, των συμφερόντων τους και των σχέσεών τουw. Αν έστω κι ένας άνθρωπος είχε αποκλεισθεί από το συμβόλαιο, αν είχε αφαιρεθεί έστω κι ένα από τα συμφέροντα με τα οποία τα μέλη του έθνους – όντα ευφυή, εργατικά, ευαίσθητα – καλούνται να διαπραγματευθούν, το συμβόλαιο θα ήταν λίγο πολύ σχετικό και ειδικό· δεν θα ήταν κοινωνικό.

Γ. Το κοινωνικό συμβόλαιο πρέπει να δίνει στον καθένα περισσότερη ελευθερία και ευημερία.

Το κοινωνικό συμβόλαιο οφείλει να αυξάνει για τον κάθε πολίτη την ευημερία και την ελευθερία. Εάν παρεισέφρυαν σ’ αυτό κάποιες λεόντειες προϋποθέσεις, αν ένα μέρος των πολιτών βρισκόταν, λόγω του συμβολαίου, κατώτερο, εκμεταλλευόμενο από τους πολίτες, δεν θα επρόκειτο πια για ένα συμβόλαιο αλλά για μία απάτη, την ακύρωση της οποίας θα μπορούσαν να επικαλεστούν αυτοδικαίως ανά πάσα στιγμή.

Δ. Το συμβόλαιο πρέπει να αποτελεί αντικείμενο ελεύθερης συζήτησης.

Το κοινωνικό συμβόλαιο πρέπει να αποτελεί αντικείμενο ελεύθερης συζήτησης, να συγκεντρώνει τη συναίνεση κάθε ατόμου, να είναι υπογεγραμμένο manu propria από όλους όσους συμμετέχουν σ’ αυτό. Αν η συζήτηση είχε παρεμποδισθεί, ήταν ελλιπής, είχε αποφευχθεί με επιτήδειο τρόπο· αν η συναίνεση είχε αποσπαστεί με απάτη· αν η υπογραφή είχε δοθεί εν λευκώ, με εμπιστοσύνη, χωρίς ανάγνωση των άρθρων και προηγούμενη εξήγηση· ή αν ήταν προδικασμένη και αναγκαστική όπως ο στρατιωτικός όρκος, το κοινωνικό συμβόλαιο δεν θα ήταν παρά μια συνωμοσία εναντίον της ελευθερίας και της ευημερίας των πιο αδαών, των πιο αδύναμων και των πιο πολυάριθμων ατόμων, μια συστηματική καταλήστευση, εναντίον της οποίας κάθε μέσον αντίστασης ή ακόμη και αντιποίνων θα μπορούσε να γίνει δικαίωμα και υποχρέωση.

Να προσθέσουμε ότι το κοινωνικό συμβόλαιο, για το οποίο γίνεται λόγος εδώ, δεν έχει τίποτα κοινό με το συμβόλαιο της κοινωνίας (contrat de société), με το οποίο, όπως δείξαμε σε προηγούμενη μελέτη, ο συμβαλλόμενος αλλοτριώνει ένα μέρος της ελευθερίας του και υπόκειται σε μια οχληρή, συχνά επικίνδυνη αλληλεγγύη, με την λίγο πολύ βάσιμη ελπίδα κάποιου οφέλους. Το κοινωνικό συμβόλαιο είναι από την ουσία του διανεμητικού συμβολαίου: όχι μόνον αφήνει ελεύθερο τον συμβαλλόμενο, προσθέτει στην ελευθερία του· όχι μόνο του αφήνει το σύνολο των αγαθών του, προσθέτει στην περιουσία του· δεν επιβάλλει τίποτε στην εργασία του· αναφέρεται μόνο στις ανταλλαγές.

Ε. Το συμβόλαιο θα βρει την έκφρασή του στο συμβόλαιο αμοιβαιότητας.

[3]Αν δεν κάνω λάθος, ο αναγνώστης πρέπει να έχει πεισθεί για ένα τουλάχιστον πράγμα: ότι η κοινωνική αλήθεια δεν μπορεί να βρίσκεται ούτε στην ουτοπία ούτε στη συνήθεια· ότι η πολιτική οικονομία δεν είναι καθόλου η επιστήμη της κοινωνίας, αλλά ότι περιέχει τα υλικά αυτής της επιστήμης, κατά τον ίδιο τρόπο που το χάος πριν από τη δημιουργία περιείχε τα στοιχεία του σύμπαντος· ότι για να φθάσουμε στην οριστική οργάνωση που φαίνεται να είναι το πεπρωμένο του είδους μας στη γη, δεν απομένει παρά να προβούμε στη γενική εξίσωση όλων των αντιφάσεών μας.

Ποιος είναι όμως ο τύπος αυτής της εξίσωσης;

Ήδη μας επιτρέπεται να διαβλέψουμε: πρέπει να είναι ένας νόμος ανταλλαγής μια θεωρία αμοιβαιότητας, ένα σύστημα εγγυήσεων, που να διαλύει τις παλαιές μορφές των αστικών και εμπορικών επιχειρήσεών μας και το οποίο να πληροί όλες τις προϋποθέσεις αποτελεσματικότητας, προόδου και δικαιοσύνης, τις οποίες η κριτική περιέγραψε· όχι μόνο μια κοινωνία συμβάσεων, αλλά μια πραγματική κοινωνία· που να μεταβάλει τον τμηματικό καταμερισμό σε επιστημονικό εργαλείο· που να καταργεί τη δουλεία των μηχανών και  να προλαμβάνει τις κρίσεις της εμφάνισής τους· που να κάνει τον ανταγωνισμό και το μονοπώλιο εχέγγυο ασφάλειας για όλους· που, μέσω της δύναμης της αρχής της, αντί να ζητάει πίστωση από το κεφάλαιο και προστασία από το Κράτος, να υπάγει στην εργασία το κεφάλαιο και το Κράτος· που να δημιουργεί μέσα από την ειλικρίνεια της ανταλλαγής μια πραγματική αλληλεγγύη ανάμεσα στους λαούς· που, χωρίς να απαγορεύει την ατομική πρωτοβουλία, χωρίς να καταργεί την οικιακή αποταμίευση, να ξαναδίνει άμεσα στην κοινωνία τα πλούτη που η ιδιοποίηση της απέσπασε· που, μέσω αυτής της κίνησης εξαγωγής και εισαγωγής των κεφαλαίων, να εξασφαλίζει την πολιτική και εργασιακή ισότητα των πολιτών και, μέσα από ένα τεράστιο σύστημα δημόσιας εκπαίδευσης, να παρέχει, ανυψώνοντας πάντοτε το επίπεδό του, την ισότητα των λειτουργιών και την εξομοίωση των δεξιοτήτων· που, μέσα από τη δικαιοσύνη, την ευημερία και την αρετή, να εξασφαλίζει, ανανεώνοντας την ανθρώπινη συνείδηση, την αρμονία και την ισορροπία των γενεών· με μια λέξη, μία κοινωνία, που, όντας ταυτοχρόνως οργάνωση και μετάβαση, να αποφεύγει την προσωρινότητα, να εγγυάται τα πάντα και να μην δεσμεύει τίποτε…

Η θεωρία της αμοιβαιότητας ή του mutuum, δηλαδή της φυσικής ανταλλαγής, η απλούστερη μορφή της οποίας είναι το καταναλωτικό δάνειο, είναι, από την άποψη του συλλογικού όντος, η σύνθεση των δύο ιδεών της ιδιοκτησίας και της κοινότητας…[4]

[5]Απ’ όλες τις οικονομικές δυνάμεις, η πιο μεγάλη, η πιο ιερή, εκείνη που, κατά τους εργασιακούς συνδυασμούς, συγκεντρώνει όλες τις αντιλήψεις του πνεύματος και τις πιστοποιήσεις της συνείδησης, είναι η αμοιβαιότητα, στην οποία μπορούμε να πούμε ότι οι υπόλοιπες έρχονται να ταυτιστούν.

Μέσω της αμοιβαιότητας οι υπόλοιπες οικονομικές δυνάμεις εισέρχονται στο χώρο του δικαίου· καθίστανται, ούτως ειπείν, αναπόσπαστα μέρη του δικαίου του ανθρώπου και του παραγωγού: χωρίς αυτή θα παρέμεναν αδιάφορες για το κοινωνικό καλό, όπως και για το κοινωνικό κακό· δεν έχουν τίποτα το δεσμευτικό· δεν προσφέρουν καθ’ εαυτές κανένα χαρακτήρα ηθικότητας. Γνωρίζουμε τις υπερβολές, για να μην πούμε τις σφαγές, του καταμερισμού της εργασίας και των μηχανών· τα πάθη του ανταγωνισμού, τις απάτες του εμπορίου, τις ληστείες της πίστωσης, τις εκπορνεύσεις του χρήματος, την τυραννία της ιδιοκτησίας. Όλη αυτή η κριτική είναι εξαντλημένη εδώ και πολύ καιρό· και, με τη σημερινή δημοκρατία, θα ήταν χάσιμο χρόνου να επιμείνει κανείς σ’ αυτήν. Θα ήταν σαν να προσπαθήσουμε να πείσουμε κάποιους που έχουν ήδη πεισθεί. Μόνον η αμοιβαιότητα, η οποία προέρχεται ταυτοχρόνως από την ευφυΐα και τη συνείδηση· το συναλλαγματικό σύμφωνο, που είναι παραγνωρισμένο εδώ και πολύ καιρό αλλά που συναθροίζει κρυφά όλους τους εργάτες, υποχρεώνει τον άνθρωπο την ίδια στιγμή που γονιμοποιεί το έργο του· μόνον η αμοιβαιότητα είναι ακίνδυνμη και ακατανίκητη: διότι η αμοιβαιότητα, στις ανθρώπινες κοινωνίες και το σύμπαν, είναι ταυτοχρόνως το δίκαιο και η δύναμη…[6].

[7]Να παρατηρήσουμε καταρχάς ότι υπάρχει αμοιβαιότητα και αμοιβαιότητα. Μπορούμε να κάνουμε το κακό απέναντι στο κακό, όπως κάνουμε το καλό απέναντι στο καλό. Θεωρώ τις κοινωνίες αμοιβαίων συνδρομών, όπως αυτές υπάρχουν σήμερα, ως απλά μεταβατικά στάδια προς το καθεστώς της αμοιβαιότητας, ως κοινωνίες που ανήκουν ακόμα στο στάδιο των φιλάνθρωπων ιδρυμάτων, ως πραγματικές πρόσθετες επιβαρύνσεις που επιβάλλονται στον εργάτη, ο οποίος δεν επιθυμεί να εκτεθεί στην εγκατάλειψη σε περίπτωση ασθένειας ή ανεργίας. Τοποθετώ στην ίδια μοίρα τις λοταρίες αγαθοεργίας, τα αποταμιευτήρια και τα ταμεία συντάξεως, τις ασφάλειες ζωής, τους παιδικούς σταθμούς, τα δημόσια θερμαινόμενα κτίρια κλπ. (…) Μπορούμε να δούμε ήδη μέσα από αυτό που έκανε ή επεχείρησε να κάνει η φιλανθρωπία του Χριστού, ποιο έργο εναπόκειται στη σύγχρονη αμοιβαιότητα. Είναι πιθανόν τα ιδρύματα αυτά να μην εξαλειφθούν τόσο γρήγορα όσο η κοινωνική δυστυχία είναι βαθειά, όσο χρονοβόροι είναι οι μετασχηματισμοί που έχουν ως αντικείμενο τη βελτίωση των μεγάλων και φτωχών μαζών. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως οι θεσμοί αυτοί είναι σε μικρότερο βαθμό μνημεία μιζέριας, και το Μανιφέστο των Εξήντα[8] μάς το είπε: «Απορρίπτουμε την ελεημοσύνη, θέλουμε τη δικαιοσύνη».

Η αληθινή αμοιβαιότητα, το είπαμε, είναι αυτή που δίνει, υπόσχεται και εξασφαλίζει υπηρεσία έναντι υπηρεσίας, αξία έναντι αξίας, πίστωση έναντι πίστωσης, εγγύηση έναντι εγγύησης· που, αντικαθιστώντας παντού την φθίνουσα φιλανθρωπία μ’ ένα αυστηρό δίκαιο, την αυθαιρεσία των συναλλαγών με τη βεβαιότητα του συμβολαίου, παραγνωρίζοντας κάθε παροδική επιθυμία, κάθε πιθανότητα κερδοσκοπίας στην τιμή δημοσίων εγγράφων, μειώνοντας κάθε στοιχείο τυχαιότητας στην πιο απλή του έκφραση, καθιστώντας τον κίνδυνο κοινό, τείνει συστηματικά να οργανώσει την ίδια την αρχή της δικαιοσύνης σε μια σειρά από θετικές υποχρεώσεις και, ούτως ειπείν, υλικών ενέχυρων…[9].

[10]Για να υπάρξει τέλεια αμοιβαιότητα, πρέπει λοιπόν κάθε παραγωγός, αναλαμβάνοντας ορισμένη δέσμευση απέναντι στους άλλους, οι οποίοι με τη σειρά τους δεσμεύονται κατά τον ίδιο τρόπο απέναντι σε αυτόν, να διατηρεί πλήρη ανεξαρτησία δράσης, όλη την ελευθερία του ως προς τη συμπεριφορά του, κάθε ελευθερία κίνησης, δεδομένου ότι η αμοιβαιότητα, σύμφωνα με την ετυμολογία της, συνίσταται περισσότερο στην ανταλλαγή καλών υπηρεσιών και προϊόντων παρά στην ταξινόμηση των δυνάμεων και την κοινότητα των εργασιών.

Η ταξινόμηση των δυνάμεων, κατά τον ίδιο τρόπο με την κατανομή των εργασιών, είναι ένα ισχυρό οικονομικό μέσον· και το ίδιο ισχύει, σε ορισμένες περιπτώσεις, με την ένωση ή με την κοινότητα. Αλλά τίποτε από όλα αυτά δεν είναι αμοιβαιότητα· τίποτε από όλα αυτά δεν θα μπορούσε να επιλύσει το πρόβλημα της ελεύθερης εργασίας και του δίκαιου μισθού και είναι με αυτό το πρόβλημα, με μια ειδική εφαρμογή της αμοιβαιότητας, που πρέπει να ασχοληθούμε αυτή τη στιγμή…[11].



[1] Ό.π.,σ. 195.

[2] Ledru – Rollin: Γάλλος  νομικός και πολιτικός προοδευτικών αντιλήψεων. Υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής της καθολικής ψηφοφορίας και υπουργός εσωτερικών της προσωρινής κυβέρνησης του 1848.

[3] Système des contradictions économiques, éd. Rivière, τομ. 2, σ. 410. Ο πλήρης τίτλος του έργου αυτού του Proudhon είναι «Σύστημα των οικονομικών αντιφάσεων ή Φιλοσοφία της αθλιότητας» και εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1846., προκαλώντας την αγενή αντίδραση του Karl Marx, όπως αυτή καταγράφεται στο: Μανόλης Αγγελίδης, Κοσμάς Ψυχοπαίδης (επιμ.), Κείμενα πολιτικής οικονομίας και θεωρίας της πολιτικής, 2η εκδ., Εξάντας, Αθήνα, 1996, σσ. 178 – 179.

[4] Ό.π., σ. 411.

[5] Capacité politique des classes ouvrières, éd. Rivière, σ. 186. Το συγκεκριμένο έργο είδε το φως της δημοσιότητας το 1871, δηλαδή έξι χρόνια μετά το θάνατο του Proudhon.

[6] Ό.π.

[7] Ό.π., σ. 132.

[8] Το Μανιφέστο των Εξήντα ήταν κείμενο με το οποίο Γάλλοι προλετάριοι ζητούσαν την προώθηση της κοινωνικής δημοκρατίας στη χώρα και με το οποίο επισημοποιούσαν μία αυθεντικά εργατική υποψηφιότητα στο πλαίσιο της εκλογής Γάλλου Προέδρου της Δημοκρατίας το 1864.

[9] Capacité…, σ. 132.

[10] Ό.π., σ. 141.

[11] Ό.π., σ. 142.

Κείμενο: Μάνος Σ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s